Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Οικογένεια

Οικογένεια είναι ο μπαμπάς στην πολυθρόνα και η μαμά στην κουζίνα να γελάει, το γέλιο της να πλημμυρίζει το σπίτι. Οικογένεια είναι η γιαγιά που σε φέρνει στους ηλικιωμένους ώμους της και σε αγκαλιάζει για να την κεράσεις λιγα νιάτα. Και τα δίνεις απλόχερα λέγοντας της ευχαριστώ που δέχτηκε να τα μοιραστείς μαζί της. Οικογένεια είναι οι θείοι και οι θείες που σαν γονείς σου σε προσέχουν και σου εξομολογούνται ιστορίες που τόσο απολαμβάνεις να ακούς. Οικογένεια είναι το σπιτικό. Με τις μυρωδιές, τα χρώματα, τη ζωή, τα πάνω και τα κάτω, τις δυσκολίες, τις χαρές, τα πειράγματα. Οικογένεια είναι το μονό κρεββάτι που γίνεται διπλό και θέλει να φιλόξενήσει όλο τον κόσμο γιατί πάντα όλοι οι καλοί χωράνε. Οικογένεια είναι το φρυγανισμένο ψωμί και το κρέας στη σχάρα και τα παιδιά να ορμούν με χίλια πεινασμένα δάχτυλα. Οικογένεια είναι οι φίλοι των φίλων που είναι δύο φορές φίλοι και η απόσταση που εκμηδενίζεται με ένα ειλικρινέστατο ευχαριστώ για την ιδέα της σταθερής που θα ήθελα τόσο να παλέψω να αποκτήσω.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ιανουάριος ήταν ανακουφιστικός.

Ο Φεβρουάριος ήταν όμορφος.

Ο Μάρτιος θα είναι πάντα αγαπημένος.

Ο Απρίλιος ήταν συνηθισμένος.

Ο Μάιος ήταν χαρούμενος.

Ο Ιούνιος ήταν διερευνητικός.

Ο Ιούλιος ήταν φουλ κόκκινος.

Ο Αύγουστος ήταν μουσική.

Ο Σεπτέμβρης ήταν σκεπτικός.

Ο Οκτώβρης ήταν χαζός, δεν θυμάμαι τίποτα.

Ο Νοέμβρης ήταν μαχητικός.

Ο Δεκέμβρης ήταν συμφιλιωτικός.
.

Ευτυχώς κανένας δεν ήταν ισοπεδωτικός. Κανένας κακός. Τους τελευταίους 6 μήνες μπερδεύτηκε λίγο κόκκινο. Και φέτος όλοι αυτοί που αγαπώ είναι εδώ. Μπορώ να τους πάρω τηλέφωνο ή πιό σπάνια να τους δω.
.

Όλα τα άλλα θα τα βρούμε στο δρόμο.
.
.
.
.
.

Και κάτι που κάπου πήρε το μάτι μου : ''Θα πάμε όλοι στην κόλαση, αλλά θα είμαστε μεγάλη παρέα.''

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

.
.
Όλη μέρα σε φωτογράφιζα.
Αυτή είναι η καλύτερη λήψη που έκανα.
.
.
.
.
.
.
.
*(Φώτο: SunriseReaper Deviantart)

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

dress code

.
.
Μα εγώ έβ(γ)αλα τα καλά μου για σένα...
.
.
.
.
.
.
.
.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

mista


Τα περίεργα αυτά Χριστούγεννα, οι άνθρωποι δέρνουν τα τέρατα.
Έγραψα γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Του το έδωσα αυτοπροσώπως.
Φτιάχνω τη μηλόπιτα της Κατερίνας η αλλιώς την ψυχοθεραπεία.
Σήμερα έβαλα τα φωτάκια στο γιασεμί. Άργησα πολύ φέτος.
Μου έστειλες φωτογραφία με τη χιονισμένη εθνική.
Πίνω το λικέρ της μαμάς μου. Ακούω και ένα παλιό τραγούδι. Βοηθάει να φουσκώσει το γλυκό.
Στο καινούριο μου βιβλίο διαβάζω για την κουτσή Πελαγία. Και όλα τα βιβλία έχουν μία κενή σελίδα μπροστά. Για να γράφονται λόγια πριν χαριστούν. Να μην μένουν απρόσωπα. Να αγαπιούνται περισσότερο.
Στο δικό μου δεν έχει ακόμα. Θα ήθελα. Μα δεν πειράζει που δεν έχει.
Σήμερα ήμουν πολύ ώρα στην κίνηση. Και ο ουρανός ήταν γκρίζος και καφέ. Και άρχισε να βρέχει δειλά. Και έτρεχε απο το ανοιχτό παράθυρο το νερό. Και μου έκανε βούλες στο παντελόνι. Και μετά άναψα ένα τσιγάρο και άκουσα ένα πολύ ωραίο τραγούδι απο το παρόν. Χριστουγεννιάτικο.
Θα πάω στο βορρά τα Χριστούγεννα. Θα πάρω ξανά αεροπλάνο. Τέσσερις απογειώσεις και τέσσερις προσγειώσεις σε ένα μήνα. Παραπάνω απο όσες νόμιζα ότι αντέχω.
Θα μαγειρεύω όλο το σκ. Γιατί μου λείπει. Θα δω δύο ικανοποιημένα χαμόγελα. Όταν φτιάχνεις φαγάκι για ανθρώπους, σημαίνει αγάπη. Πολλή αγάπη. Ζωή προσφέρεις. Βιταμίνες για το σώμα και το πνεύμα. Υγεία.
Άλλη μισή ώρα για να το βγάλω απο το φούρνο. Αλλά αν συνεχίσω να γράφω θα αρχίσω τις μαυρίλες οπότε ας το αφήσω και ας βάλω να ακούσω άλλο ένα τραγούδι.
.
.
.
.
*(φώτο ποστ: Ινδιάνος)

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

fatal

Για χρόνια ζήσαμε δύο μέρες μακριά. Κάθε Πέμπτη την ίδια ώρα ήμουν εκεί που ήσουν κάθε Τρίτη. Πλησιάσαμε και πιό πολύ, στα είκοσι μέτρα ενός σταδίου. Ίσως ακόμα περισσότερο. Ίσως να πέρασα απο δίπλα σου ένα μεσημέρι στην Ακαδημίας. Μπορεί και να σε σκούντηξα και να είπα μισή συγνώμη και να έτρεξα να προλάβω. Ποιός απο τους δυό μας περίμενε ποιόν... Ποιός το είχε κανονίσει τόσο καλά... Πόσο σωστή στιγμή ήταν εκείνη η νύχτα. Που -σαν- δύο ξένοι, αντικρυστά και με δύο μέτρα ασφάλεια ανάμεσα μας κανονίσαμε να μεταλάβουμε το ''μαζί'' που επιτέλους δεν τρόμαζε κανέναν.
.
.
.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

I know where Santa lives


Σε μία Πέμπτη που μπουκάραμε σε ένα αεροπλάνο. Στις 3 το πρωί με -10 βαθμούς κάτω απο τα σκουφιά μας. Στο Covent Garden με τα φώτα και τους καφέδες. Στα λιωμένα παπούτσια μας. Στους σταθμούς του μετρό. Στα παλιά δισκάδικα. Στο χαμόγελο σου ''σατανά''. Στην παμπ με τη σημαία της Chelsea. Μπροστά απο την μπλούζα του Paul McCartney. Στην κιθάρα των Sex Pistols. Στα ξύλινα μαγαζιά. Στα κρύα χέρια σου. Στο χιόνι στις στέγες. Στα υπαίθρια τσιγάρα. Στον κύκνο που αγαπάει μία φορά στη ζωή του. Ο Άγιος Βασίλης επιπλέει στον Τάμεση. Ανεβαίνει στο δωδέκατο όροφο ενός ξενοδοχείου. Βγαίνει υπέρβαρος στο αεροδρόμιο. Μυρίζει κανέλα και Guinness. O Άγιος Βασίλης ήταν σε κάθε γωνία, μου έκλεινε το μάτι, μου χάριζε δώρα και φιλιά. Με γέμισε αγάπη και για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα ήρθαν όπως έπρεπε. Με καπνισμένες καμινάδες, μουσική, κόκκινα σκασμένα χείλια κι εσένα.
.
.
.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Οδηγίες κρίσης.

''Ποτέ μην υποτιμάς τον φόβο'' μου είχε πει και είχα επαναλάβει πολλές φορές σε συζητήσεις. ''Οι άνθρωποι που φοβούνται, πονούν βαθιά'' είχα διαβάσει και το είχα επαναλάβει πολλές φορές στον εαυτό μου. Κάνω πολλές φορές ότι δεν φοβάμαι, ότι δε με νοιάζει. Δεν τον νικάω, τον κρύβω. Καλά. Δεν τον αγνοώ. Ξέρω ότι είναι εκεί να με ισοπεδώσει με μία μόνο αφορμή. Οι αιτίες σπάνια βρίσκονται. Έχω έναν εχθρό απο τότε που με θυμάμαι. Άλλοι γελούν, άλλοι λένε ''σιγά μωρέ''... Δεν είναι θέμα το αντικείμενο του φόβου. Είναι ο τρόπος που βιώνεις το φόβο. Τι παίρνει και τι αφήνει. Παίρνει ζωή ο φόβος. Μία γιαγιά έλεγε ''αγάπησε τον, μην τον πολεμάς''. Ποτέ δεν καταστάλαξα στο τι πρέπει να τον κάνω. Να τον αγαπώ, να τον απαρνιέμαι... Μία ένιωθα δυνατή και μία μυρμηγκάκι. Βιβλία αυτοελέγχου, αυτοβοήθειας, rescue remedies, εκλογίκευσης... Τι είναι ένας άνθρωπος που φοβάται? Είναι άνθρωπος πάνω απο όλα. Που πονάει. Ο πόνος και το αίμα πάει να πει ζωή. Δεν είναι δικό μου αυτό. Μου το είπαν σε καίρια στιγμή της ζωής μου. ''Γιατί είσαι ζωντανή Χρύσα, γι αυτό!'' Μην υποτιμάς τον φόβο. Είναι οδηγός. Σου παίρνει, σπάνια σε προστατεύει και κάποιες φορές σε ορίζει. Τρέχει πίσω μου, πάντα με προσπερνά και με περιμένει νικητής στο τέλος. Κι αν χάνω εσύ μην υποτιμάς τον εχθρό μου. Και αυτός εγώ είμαι.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Signal

Μείνε μαζί μας. Μη φεύγεις. Το ξέρουμε ότι πονάει. Σε βλέπουμε να κάθεσαι στην όχθη και να μας γνέφεις έτσι, με τα μαλλιά σου λυτά, καθισμένος οκλαδόν. Μείνε μαζί μας. Δςν υπάρχει ιδανικός κόσμος, το βλέπουμε και μεις. Μείνε για εκείνα τα ωραία που έχουμε πει. Γραπτώς και προφορικώς. Μείνε για το φθινόπωρο. Για τη βροχή. Για αυτά που μόνο εσύ καταλαβαίνεις. Μείνε για τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα. Για τις παύσεις που όλα τα λένε. Μείνε για έναν όμορφο ρόλο. Για ένα κορίτσι που ήδη έχει ξεκινήσει να σε ψάχνει (δεν έχει σημασία πότε θα σε βρει). Για ένα πρώτο φιλί. Για ένα ζεστό καφέ και μία παγωμένη μπύρα. Διάολε, για τη θάλασσα. Μη φεύγεις. Όχι έτσι, όχι τώρα. Εμείς είμαστε εδώ, και συμφωνούμε ότι όλα είναι χάλια. Και ούτε εμείς τα καταφέρνουμε καλά. Πονάμε εξίσου, φρικάρουμε, δεν κοιμόμαστε. Πιάσε την κιθάρα και φτιάξε τον κόσμο σου. Μπορείς, το ξέρεις ότι μπορείς.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Σοφία. Η αρχή.

Ήταν ακριβώς Πρωτοχρονιά. Ούτε πάνω ούτε κάτω ούτε γύρω. Ακριβώς Πρωτοχρονιά. Είχαν προηγηθεί ημέρες προετοιμασίας κίρρωσης του ήπατος. Σε διάφορα μπαρ της πόλης γυρνούσε καθημερινά πίνοντας χρωματιστά μα και τα βαριά διάφανα, τελειώνοντας τις νύχτες αγκαλιά με μιά λεκάνη η με κανένα παντελώς αδιάφορο τηλέφωνο πάντα χωρίς όνομα.


Βγήκε λοιπόν το απόγευμα, πράγμα περίεργο, για καφέ με την Κάτια και έναν Γιώργο που κάτι καλό έκανε στην Κάτια εκείνο τον καιρό γιατί είχε σωθεί απο την κίρρωση. Η Σοφία σε μία κρίση αυθορμητισμού και γνήσιας μαλακίας σήκωσε το τηλέφωνο του Γιώργου που καλούσε ένας Φίλιππος. Της γυάλισε το όνομα... ποιός ξέρει, άβυσσος. Πάντως το έκανε. Ο συνομιλητής ευτυχώς και για τους δύο δεν την πέρασε για τρελή (έτσι είπε αργότερα τουλάχιστον). Τον ρωτούσε επίμονα γιατί δεν βρισκόταν για καφέ μαζί τους και καθόταν στη φωλίτσα του ο παλιοξενέρωτος... Με τέτοια ευγένεια και διακριτικότητα του συστήθηκε. Και μετά απο τριάντα δευτερόλεπτα παραληρήματος έδωσε το τηλέφωνο στον κάτοχο του. Ήπιε τον καφέ της, γέλασε, κανόνισε κάτι ακόμα για το βράδυ, και έφυγε.


Οι μέρες εκείνες ΜΕΘΕΟΡΤΙΕΣ (ωραία λέξη αν και επικίνδυνη) δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Πήγαινε στη δουλειά, καμιά φορά με τη νυχτερινή αμφίεση, διεκπεραίωνε τις υποθέσεις της και έπινε απο το σχόλασμα. Των Φώτων λοιπόν μιά που δεν δούλευε πήγε για καφέ-αλκοόλ απο το πρωί. Με αυτή την Κάτια και αυτόν τον Γιώργο που μάλλον εξακολουθούσε να της κάνει κάτι καλό γιατί ποτό δεν άγγιξε. Και τσουυυυυυπ μετά απο λίγο έρχεται και ένας τύπος. Ενημερώνει ότι λέγεται Φίλιππος, θρονιάζεται δίπλα στη Σοφία και παίρνει ένα συμπαθητικό ύφος. Η Σοφία παγώνει με τον χαμογελαστό κύριο και -τι άλλο?- σταυρώνει τα χέρια και αρχίζει να ανακρίνει χωρίς έλεος. Ποιός είσαι, τι κάνεις, τι μας λες ρε, σε ποιόν τα πουλάς αυτά... Τα δύο τελευταία απο μέσα της. Ο αθεόφοβος εξακολουθούσε να είναι τρομερά συμπαθητικός. Εκείνη όμως τον περίμενε στη γωνία και φυσικά τον έπιασε... Αρνήθηκε να έρθει μαζί τους το βράδυ σε έξοδο μειωμένου επιπέδου. Αυτό ήταν... Κόκκινη κάρτα, φάουλ, απαγχωνισμός, στην πυρά... Έβαλε το σακάκι του και τα γυαλιά του και αποχώρησε χαιρετώντας ευγενικά. Η Σοφία μάλλον έσμιξε τα φρύδια επιθετικά... Το συνήθιζε αυτό. Σημάδι μεγάλης καταιγίδας. Ερχόταν, ήταν πασιφανές.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Simple

.
.
.
.

Τι θέλει ο άνθρωπος για να ζει... Φαγητό, έρωτα και μουσική.

.

.

.

.

.

.

.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

first thought


Καλημέρα είναι αυτό το σημείο που είναι πάνω απο τους ώμους στις πρώτες φύτρες των μαλλιών σου και λίγο πίσω απο το αυτί, που όταν έχει ζεσταθεί απο την κουβέρτα και έχει γίνει βελούδινο απο το τρίψιμο στο μαξιλάρι, τότε ακουμπάω τη μύτη μου και επιβεβαιώνω το λόγο που κοιμάμαι δίπλα σου.
.
.
.
.
.
.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

two for the scar

Κραγιόν, εκατομμύρια τσιγάρα, ηλιοβασιλέματα δήθεν, ανατολές που κόβουν,

Σιωπές που κραυγάζουν και κραυγές που σιωπούν,

ο καναπές τα ακούει όλα, στάχτες στα παπούτσια, ξυπολησιά, ''σ'αγαπώ'', τα μαλλιά ασπρίζουν, πονάει η κοιλιά μου,

εγκυμονώ την αλλαγή, το μετά, αυτό που δεν ειπώνεται με λόγια και πράξεις, μόνο με τύψεις,

διπλωμένοι στο πάτωμα δεν παραδεχόμαστε ανάγκες, βόλτες στις άκρες των φόβων, το χωρίς και το μαζί και ανάμεσα τους δύο κόσμοι επικίνδυνοι να διασχίσεις,

τα μάτια σου, δυο ονείρατα, μου δείχνουν το δρόμο, αλλά αχνοφέγγουν κι αυτά, χάνουνται, σβήνουν,

αν βγεις ζωντανός δεν θα έχεις καρδιά, θα νεκρώσεις σου λέω και εσύ με κοροιδεύεις με αυτά που γράφω.

Κράτα με, φοβούμαι μονάχος…

Παρακμή με χρυσόσκονη και λικέρ βύσσινο, το παιδικό αλκοόλ μου, η κολώνια της μαμάς πάλι έκανε βίζιτα, ήρθε τη νύχτα που παρίστανα την κοιμισμένη και μου θύμησε πως είναι να μην έχεις.

να μην έχεις πίστη, να μην έχεις θεό, να μην έχεις εαυτό, απο ουρανό μην ξεμείνεις…

Περπατώ πάνω στην ουλή μου και βουλιάζω σε ένα πόνο εθιστικό που κάνει τα μάτια μου να θολώνουν μα δάκρυ να μη στάζει.

Αγγίζω εκεί που άφησε σημάδι το μαχαίρι, πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μου, που χωρίς αυτό μισός είμαι… και τα μάτια μετέωρα μένουν…

Να ξεραίνονται και να πέφτουν κάνοντας εκκωφαντικό κρότο και να διαλύονται σε εκατομμύρια κομμάτια και να τρέχουν μακριά, με ταχύτητα φωτός, να δείξουν κάτι ωραίο σε κάποιον που μπορεί.

Τυχερός αυτός που βλέπει αυτά που θέλει, και θέλει αυτά που βλέπει…
Αναιμία και βήχας. Αιμορραγία γυναικεία, και ορμές, και θα βουτήξω σου λέω, και θα ζήσω μιά ζωή με τα G μου στο θεό.

Αν υπήρξε θεός, έχει από χρόνια μεταναστεύσει…

Θα φτύνω αδρεναλίνη και θα σπάσω το κεφάλι μου ένα ατέλειωτο βράδυ προσπαθώντας να σκοτώσω μιά πουτάνα μυρωδιά.

Η μυρωδιά της γέννας πλημμύρισε το είναι μου, είμαι πια καταραμένος να ελπίζω

.
.
.
.

**Ευχαριστώ πολύ τον Μορφέα που δέχτηκε να συμπληρώσει και να ομορφύνει τις δικές μου αράδες. Δικές του προτάσεις, τα μπλε πλάγια γράμματα. :)

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Κοίτα που οι Παρασκευές έγιναν μελαγχολικές μέρες. Και ξαναβρίσκω τις λέξεις μου. Αυτό ήταν πάντα κακό σημάδι. Αναπαράγω κάτι που δεν ερμηνεύεται. Λέξεις. Φαγούρα του εγκεφάλου και του μυοκαρδίου. Αλλεργία? Αβιταμίνωση. Αφυδατώνεται η γλώσσα μου και σε λίγο μπορεί να είναι άχρηστη. Σαν εκείνο το όνειρο που την είχα δει κομμένη στα πλακάκια... Αλλά ακόμα ήταν κόκκινη και ζωντανή. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά τίποτα δεν ξέρω για μένα και είμαι όλα αυτά για τα οποία κατηγορούμαι. Θα ήθελα να αγαπιέμαι για το όχι μου. Μα ποτέ δεν έμαθα να το προφέρω καλά πόσο μάλλον να το αντέχω. Στήνω μικρές επαναστάσεις μέσα μου όσο διαρκούν 2-3 τραγούδια που κάτι μου λένε. Τι να κάνεις σε εννέα λεπτά. Μόνο να δειλιάσεις προλαβαίνεις. Και να τρέξεις να κρυφτείς κάτω απο το κρεββάτι πριν προλάβει ο νικητής να έρθει να σε αποτελειώσει. Λύση καμία και ποτέ. Είμαι αυτό το κορίτσι που αγκαλιάζω το βράδυ και ξέρω ότι για όσο μας μένει οφείλω να το αγαπήσω, χωρίς εκπτώσεις.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Αν σε αγαπάω?
Και τις Κυριακές, και τις Δευτέρες κι ας μην στο δείχνω, και τις Τρίτες που δεν σε βλέπω, και τις Τετάρτες που είναι βαρετές, και τις Πέμπτες που ανυπομονώ, και τις Παρασκευές που κάνουμε υπέροχα τίποτα (τα), και τα Σάββατα που εσύ δουλεύεις και εγώ μένω μόνη με τη μυρωδιά σου και της λέω ''θα λογαριαστούμε'' και μετά γελάω πρώτη και τρέχω να πλύνω τα πιάτα, και τις Κυριακές ναι. Τις Κυριακές που έχεις χρόνο να σε αναλύσω, να χορτάσει το μάτι μου μάτια και μαλλιά, να χορτάσει σάρκα και αστεία, να χορτάσει άπειρες ώρες με τα τίποτα που κάνουμε, και σιωπηλοί καθόμαστε και αγωνιούμε και μας πέφτουν τα τσιγάρα απο το στόμα με μία μόνο σκηνή αυτών των χειμωνιάτικων x-files σειρών που βλέπουμε 100 ώρες τη μέρα και είναι όλα τόσο γνώριμα και τόσο ξεκούραστα και τόσο ''πρέπει να γίνουν έτσι'' και συμφωνούν και τα σώματα και τα πνεύματα και το κρύωμα μου και η μύτη μου που τρέχει και εσύ που μου λες ότι μαγειρεύω ωραία, και εσύ που μου λες ''τι έχουν τα μάτια μας?'' με το πιό αθώο ύφος του κόσμου και μετά γελάς χωρίς να περιμένεις απάντηση, και κανείς μα κανείς μα κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει αυτά που γράφω, μόνο εσύ. Ένας παραλήπτης. Like!!!!!!!!!
.
.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

.
.
.
.
.
Μιά μέρα θα γκρεμιστώ απο το πιό ψηλό σου θέλω
.
και
.
θα ζήσω χίλια χρόνια με τα χέρια μου να τρέμουν.
.
.
.
.
.

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Δύο Νοεμβρίου Δύο Χιλιάδες Δέκα

Χαράζεις το δέρμα σου για να ορίζεις τον εαυτό σου. Ότι πιστεύεις δεν είναι μόνο μέσα σου μα και πάνω σου. Έχεις ανάγκη έναν περιορισμό. Μία ατάκα. Να στιγματίζεις όλους όσους θα ακουμπήσουν. Και στα μάτια να μένει μία εικόνα, ένα κομμάτι που από όλο τον κόσμο μόνο δικό σου μπορεί να είναι. Χαραγμένο πετσί με μαύρο χρώμα να χάνεται στα χρόνια. Με καταλαβαίνεις? Κρατάω την αναπνοή μου. Χθες το βράδυ στο μετρό φώναζα ότι δεν φοβάμαι, και η αναπνοή μου για λίγο μόνο ήταν κανονική. Στο βιβλίο που πήρα διάβασα ότι η μάνα όλων των φόβων είναι η θανατοφοβία. Αλλά δεν σου λέω άλλα γιατί μπορεί να αγριευτείς. Μετά παρατηρούσα τον κύριο που καθόταν απέναντι και ίσως περίμενα να βγάλει μία αμπούλα και να μας σκοτώσει όλους. Αμερικανιές. Δεν θα κάνω ποτέ τατουάζ. Το αποφάσισα. Ας παραμείνει ένα κοινό σώμα. Ημιαναγνωρίσιμο. Με τη μυρωδιά να το βρίσκεις και με τη γλώσσα. Μαζεύω τα ρούχα και τα βάζω σε μία σακκούλα. Δεν φεύγω, έρχομαι. Είμαι χαμένη σε δύο σπίτια, με τα απαραίτητα πάντα μαζί, πότε με βρίσκει το πρωί εκεί ψηλά με αυτή τη μυρωδιά που σαν κόκκινη μοιάζει, πότε σε ένα μονό κρεβάτι στην απόλυτη κατοχή μου, με εκνευριστική ησυχία, ύπνο δύσκολο, χωρίς νόημα, χωρίς.

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Full stop

.
.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Δοκιμαστήριο

.
.
.
.
.
Τι
νούμερο
αγάπη
φοράς?
.
.
.
.
.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

e-post it.

Βρίσκω την ουσία. Τον ορισμό μου. Κάθε πρωί τον αντικρύζω. Τον μυρίζω. Φωνάζει μέσα μου. Ακουμπάω εμένα σε ένα άρωμα αγουροξυπνημένο. Το αφήνω να με γεμίσει. Να νιώθω πιό δική του απο ποτέ. Πως μπορείς να αποδώσεις ακριβώς μία στιγμή με λέξεις? Λες ''αγαπώ'' ''είμαι ερωτευμένος'' ''τον θέλω'' μα δεν υπάρχει καμία λέξη για την κομμένη ανάσα, το αίμα που κοχλάζει, για κάτι εκτός ορίων συναισθήματα που είμαι τόσο ευγνώμων που νιώθω. Τίποτα δεν είναι ροζ. Είναι λάμψεις. Σε μαύρο ή άσπρο φόντο.
Να μου λες, για όσα πήγαν και για αυτά που θα έρθουν. Να γυρνάς να σου χαιδεύω το χέρι που πονάει. Να γυρνάς και να με συγχωρείς όταν σου σκαλίζω την ψυχή. Να μου δείξεις το πιό αδύναμο σημείο σου. Να μου λες πότε πονάει. Να ξέρω στον κόσμο σου πότε πρέπει να τρέχω να σε φτάσω ή πότε να σε περιμένω στο φανάρι. Να φτιάξουμε ένα δρόμο μακρύ με πολλά δέντρα στα πλάγια και λουλούδια χρωματιστά, να φτιάξουμε ένα δρόμο με οξυγόνο και καθαρό νερό, να φτιάξουμε ένα δρόμο απο αυτούς που δεν βαριέσαι ποτέ να ταξιδεύεις πάνω τους, να φτιάξουμε ένα δρόμο δικό μας, μυστικό, και ακολουθώντας τον να καταλήγουμε σε αυτό που μας κρατάει, μας ορίζει, μας τρέφει, να καταλήγουμε σε εμάς.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Πρόχειρο

Αγαπημένο μου μπλογκ,

Πολλές φορές έχω σκεφτεί να σε κλείσω να ησυχάσουμε και οι δύο. Χρέη ψυχαναλυτή έχεις αναλάβει και δεν ξέρω αν το επέλεξες. Έχεις αποθηκεύσει κακόμοιρο, ότι ψυχοσύμπλεγμα είχα και δεν είχα. Και όχι, ο αόριστος δεν σημαίνει κάτι, μην ανακουφίζεσαι, ακόμα έχω. Αλλά είναι πιό διαχειρίσιμα. Δεν μπορώ να βλέπω το ''νέα ανάρτηση'' όταν είμαι στη δουλειά ή όταν νυστάζω. Μου γαργαλάει τον εγκέφαλο. Χάνω τον ύπνο μου και άμα χάσω και τη δουλειά μου όχι απλά θα σε κλείσω, όχι απλά θα σε εξαφανίσω... θα σε κάνω να μετανιώσεις την ώρα και τη στιγμή που με άφησες να λογαριαστούμε. Μου αρέσεις όμως. Υπήρξα αθεράπευτα ερωτευμένη μαζί σου. Δεν κοιμόμουν τα βράδια για να σε ταίζω στο στόμα λέξεις και ιστορίες. Δεν μπορώ να πω, στάθηκες αντάξιο των προσδοκιών μου. Ούτε ένα γραμματάκι δεν έσβησες, ούτε μία στιγμή δεν αρνήθηκες τη ''δημοσίευση ανάρτησης''. Μα καλύτερα ίσως να το είχες κάνει. Σωτήριο θα ήταν. Και θα σε είχα σε μεγάλη υπόληψη. Θα είχα άγχος, θα του αρέσει η όχι? Θα μου κάνει τη χάρη ή όχι? Θα τα λέγαμε λίγο, θα σου εξέθετα χωρίς υπεκφυγές τα προβλήματα μου. Αφού όμως δεν έχεις αυτή τη δυνατότητα πάλι τα λέω, αλλά λίγο κρυμμένα ξέρεις... Δεν θα καταλάβεις που δεν θα καταλάβεις τουλάχιστον αισθητικά να μου αρέσει. Το πρόβλημα. Να είδες? Μόλις ανακαλύψαμε ότι υπάρχει και πρόβλημα το οποίο μπορεί αισθητικά να είναι ωραίο. Κάτι σαν ''Καταστροφή, έκλεψαν τη συλλογή μου μπαρίλα'' αλλά λίγο πιό του δρόμου. Αυτά μου κάνεις βραδιάτικα. Να σου γράψω τώρα μία μαυρίλα να σε ξαπαστρέψω. Να εκραγεί και ο μπλόγκερ και ο σέρβερ και ο σέρφερ. Και αν μπει κανένας χριστιανός (τυχαίο το θρήσκευμα) να μας ρίξει κανένα ανάθεμα και να πάει να πνίξει τον πόνο του στα ριάλιτι. Αυτά κάνουμε κατάλαβες? Μπαίνει διαβάζει την αυτοκτονία και μετά (και ευτυχώς κιόλας) πάει και βλέπει λίγο Big Brother ή καμιά τσόντα (προτιμήστε το δεύτερο) να συνέλθει ο άνθρωπας. Άρα τους στρέφουμε στο σεξ? Άρα καλά κάνουμε ρε. Ο κόσμος γαμιέται ακόμα. Εννοώ αυτοί που δεν βλέπουν ειδήσεις. Γιατί αυτοί που βλέπουν δεν κάνουν. Και όλο το δίκιο του κόσμου έχουν. Κακό χούι οι ειδήσεις στην εποχή μας. Οδηγούν σε εμπρησμούς, εγκεφαλικά, αρτηριακή πίεση, εμφράγματα άνευ απινιδωτή, σπασμένες οθόνες, μενταλισμούς τύπου ''Να σου σπάσει το κολιέ τώρα'', και με τούτα και με κείνα πιστεύεις ότι ακόμα και η καπότα είναι θηλιά. Και δίκιο έχεις. Άρα ύπνο. Γιατί αύριο έχει ξανά, τα ίδια, και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια...

πρόχειρο



Εχθές είδα στον ύπνο μου ότι μαζεύαμε τα πράγματα μας. Είμασταν χαρούμενοι και χώρεσαν όλα σε μία κόκκινη βαλίτσα. Πήραμε την Έμιλυ παραμάσχαλα, κλειδώσαμε το σπίτι και οδήγησες μέχρι το αεροδρόμιο. Στο δρόμο κάπνιζα και ακούγαμε clash. Είχαμε δύο εισιτήρια ακουμπισμένα στο παρμπρίζ. Δεν φοβόμουν. Κάναμε check in και πήγα να πάρω περιοδικά. Βόλεψες το ipod στην τσέπη σου και ετοίμασες τα διαβατήρια. Έμοιαζε σαν να κάναμε κάτι που το περιμέναμε καιρό. Διάλειμμα. Μου έλεγες ότι δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν μου αρέσει η Guinness και ότι θα φτάσουμε νύχτα και να έχω την ομπρέλα πρόχειρη. Την έβαλα στη μικρή τσάντα και περιμένοντας στην πύλη αποφάσισα ότι κάποτε πρέπει να σταματήσω να φοβάμαι τα αεροπλάνα. Είναι το πιό ασφαλές μέσο, και τώρα ήσουν κι εσύ μαζί μου. Θα το έκανα τώρα. Θα πάταγα pause στον φόβο. Με έπιασες λέει δυνατά απο το χέρι και με τράβηξες στο λεωφορείο. Το αεροπλάνο ήταν πολύ μεγάλο και οι κοπέλες χαμογελούσαν ορεξάτες για δουλειά. Δεν χάζευα τα σύννεφα γιατί ήταν κιόλας βράδυ. Έβγαλα το παιχνίδι μου και άρχισα να σπάω τα ρεκόρ. Που και που σε κοιτούσα που ανησυχούσες μη φοβηθώ. Μα δεν φοβόμουν. Χαιρόμουν. Ήπια πορτοκαλάδα και έφαγα σάντουιτς. Εσύ κοιμήθηκες. Μετά απο λίγο κι εγώ. Ξυπνήσαμε όταν μας είπαν για προσγείωση. Έδεσα σαν καλό κορίτσι τη ζώνη μου και περίμενα. Πάντα μου άρεσε η προσγείωση. Την απογείωση την έτρεμα. Πολλά λέει για μένα αυτό, το ξέρω. Δεν ξέρω τι έγινε όταν βγήκαμε απο το αεροδρόμιο.

.

(συνεχίζεται)

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Μικρές χαρές.

Η Άννα συνοδηγός με σκυλάδικα και δήθεν πόνο.
Τέσσερα τσιγάρα με τον πρώτο καφέ.
Η καλημέρα.
Η καληνύχτα.
Ο ήχος του κινητού.
Η ταπετσαρία του μπαρ στο Παγκράτι.
Αυτό μετά απο πολύ κρασί.
Τα παιδιά γεμάτα χώμα, καταιδρωμένα.
Η μαρίνα του Φλοίσβου.
Να οδηγώ στην παραλιακή, με πολικό ψύχος, νύχτα.
Ένα ''έρχομαι εγώ εκεί''.
Να είμαι συνοδηγός, σπάνια απόλαυση.
Σε ρόλο ''μικρής'' αδερφής με ποπ κορν και τόνο κόκα κόλα, σινεμά.
Το συμιακό γαριδάκι σε χάρτινο κώνο. (λίγοι ξέρουν)
Ένα ζευγάρι αφόρετες μπλε γόβες.
Ένα σουβλάκι με τυροσαλάτα.
Το τσίζκέικ μου.
Οι αδέσποτες γάτες που θέλουν χάδια.
Ο ξεχωριστός τρόπος που λέει ο καθένας τη λέξη ''ψάρι''.
Η μαμά μου όταν με παίρνει να μου πει για τις γλάστρες της.
Ο ήχος απο γνώριμα κλειδιά.
Να βρίσκω πάντα έναν ξύπνιο άνθρωπο όταν γυρνάω και να λέμε τα νέα ψιθυριστά.
Όταν το internet είναι εξαιρετικά γρήγορο.
Τα βιβλία που έχω με τις αφιερώσεις τους.
Οι οδηγοί που λένε ευχαριστώ.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Σσσσς

Ίσως και να με απολύσουν αν με πιάσουν να γράφω ποστ τέτοια ώρα. Μα δεν γίνεται αλλιώς... Πάμε. Γκρι. Αθόρυβα παιδιά. Μπορείς να πεις με τα μάτια ένα παράπονο? Και αν μπορείς είναι εκπαιδευμένα τα απέναντι μάτια να το ερμηνεύσουν? Ήθελες να έχει ξημερώσει μία καινούρια μέρα. Μα δεν ξημέρωσε καν. Νύχτα σηκώθηκες. Γέμισες την κουζίνα με δύο τσιγάρα. Φεγγάρι δεν είχες παρέα, όχι. Μόνο σύννεφα. Γκρι σύννεφα. Θυμάσαι το καλοκαίρι. Τον ήλιο που χάιδευε μόνο τους ευτυχισμένους ανθρώπους. Θυμάσαι τα εκατοντάδες χιλιόμετρα ανάμεσα σας. Και σου λείπει και ας είναι εδώ. Ας είναι στα 5 βήματα. Πως γίνεται αυτό... Οδήγησες τυφλή και τα χέρια σου σε αγκάλιαζαν. Έφτασες στο γραφείο. Οι καλημέρες απαραίτητες. Εσύ και εκείνη. Εκείνη χειρότερα. Εσύ θα το παλέψεις. Εκείνη είπε τα δικά της. Εσύ όχι. Δεν υπάρχει κάτι να πεις. Έτσι ήθελες να είναι μαύρα σήμερα. Τυλίχτηκες με τη ζακέτα σου και άρχισες να πληκτρολογείς κωδικούς. Ούτε μία φορά δεν σήκωσες το τηλέφωνο. Γιατί δεν χτύπησε. Δεν άνοιξες το ραδιόφωνο. Δεν γέλασες με τα αστεία τους. Μόνο όταν σε ρώτησε ''τι έγινε κορίτσι μου?'' κρύφτηκες πίσω απο ένα χαμόγελο και είπες τίποτα. Τίποτα ήταν. Σε καταλάβαινε αυτός. Έξυπνος πολύ. Κοιτάς έξω απο το παράθυρο εκείνο το δέντρο που την άνοιξη γεμίζει λουλούδια. Μία αδέσποτη γάτα στέκει ακίνητη στην πόρτα. Ένας βαριεστημένος γείτονας έβγαλε βόλτα το σκύλο. Μία κυρία απλώνει ρούχα και μοσχοβολάει μαλακτικό όλη η γειτονιά. Εκείνη μαύρη μπροστά απο την οθόνη της. Κι εσύ το ίδιο. Σήμερα οι κάτω δεν σας ακούνε να γελάτε. Ούτε σας επιπλήττουν ''σσσσσςςς''. Σήμερα μάλλον όλοι καταλαβαίνουν ότι η σιωπή είναι σωτηρία.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Νυχτομέρα

Τι όμορφα που τα περάσαμε το καλοκαίρι που πέρασε. Στα 27 μου θα ήθελα κάποιος να με διατάξει να γράψω έκθεση με θέμα το καλοκαίρι. Να του γράψω ότι ήταν όμορφο. Ότι ένα βράδυ -και μακάρι να θυμόμουν την ώρα- το κινητό μου χτύπησε ενώ εγώ ξημερωνόμουν στον καναπέ, νυχτομέρα ήταν, ανάμεσα σε τασάκια και άδεια μπουκάλια κόκα κόλα, τότε λοιπόν, ένας άνθρωπος, που άρχισε να γίνεται ο δικός μου άνθρωπος, με σκέφτηκε. Όχι μόνο τότε. Αλλά εκείνη τη στιγμή, που για διάφορους λόγους είμασταν μακριά, μου έστειλε ένα μήνυμα-mail. Ένα τραγούδι. Που μιλάει για ανθρώπους που τους λείπουν άλλοι άνθρωποι, που δεν μπορούν να κοιμηθούν μόνοι τους. Without you next to me i toss and turn like the sea. Έτσι λέει. Αυτό το τραγούδι το είχα ακούσει ένα εκατομμύριο φορές στο ραδιόφωνο. Και ίσως άλλαζα και σταθμό, το θεωρούσα βαρετό. Μα ίσως τότε να ήταν όλα βαρετά. Σηκωνόμουν πήγαινα δουλειά, γυρνούσα, έκανα μπάνιο, έτρωγα, κάπνιζα, έβγαινα, όλα είχαν μία βαρετή σειρά. Όλο το ίδιο. Ο έρωτας είχε γίνει μία παλιά κατάσταση. Ίσως και παλιοκατάσταση. Μία ανύπαρκτη κατάσταση. Βολικά τα έβλεπα τα πράγματα. ''Καλύτερα έτσι'' μπορεί να είχα κοροιδέψει τον εαυτό μου. Τώρα λοιπόν, μετά απο τόσες εικόνες που έχω συλλέξει στο κεφάλι μου απο το αγόρι που αγαπώ, τώρα αγαπώ όσο ποτέ αυτό το τραγούΒι. Και πριν λίγο μπήκα στο αυτοκίνητο, σε κατάσταση ''μυαλό ζελε- πάμε για ύπνο'' και πόσο μα πόσο μα πόσο χάρηκα που εκείνη την ώρα έπαιζε ο καλός κύριος αυτό το τραγούΒι. Που εμένα μου θυμίζει κάθε φορά ότι του έχω λείψει στο παρελθόν, ότι με αγαπάει, ότι δεν θέλω να φύγει ποτέ αν δεν με πάρει μαζί του, ότι, ότι, ότι, ότι, ότι..............

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σου κρατάω το χέρι και θα κρύβομαι πίσω απο την πλάτη σου να μη βλέπω πόσο άσχημος είναι ο κόσμος. Θα σου κρατάω το χέρι ακόμα κι όταν σπας και θα σε μαζεύω, θα σε κολλάω, θα σε ξανακάνω δυνατό. Θα σου κρατάω το χέρι όταν φοβάσαι και όταν αμφιβάλλεις, θα σε κάνω να πιστεύεις ξανά. Θα σου μετράω τα δάχτυλα και θα καταλήγουμε πάντα στο δέκα και μετά θα τα φιλάω. Θα σου κρατάω το χέρι όταν φωνάζεις και όταν με κατηγορείς. Θα σου κρατάω το χέρι όταν θα έχεις άδικο. Θα σου κρατάω το χέρι όταν σου θυμώνω. Θα σου κρατάω το χέρι όταν έχεις κάνει λάθος. Θα σου κρατάω το χέρι όταν θα κάνεις πως δεν θες. Θα σου κρατάω το χέρι γιατί είσαι πιό δυνατός απο μένα. Θα σου κρατάω το χέρι για να μη φοβάμαι. Θα σου κρατάω το χέρι για να κάνουμε έναν ύπνο στα δύο ή δύο ύπνους σε ένα. Θα σου κρατάω το χέρι γιατί έτσι μόνο μου αρέσει. Θα σου κρατάω το χέρι και αύριο.
.
.
Explosions in the sky - Your hand in mine (είπε το κορίτσι)
Alexisonfire - Rough hands (είπε το αγόρι)

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Οι 3 της ζωής μου. (Trailer)

Ένα Σαββατοκύριακο σκέφτομαι ότι έχω ανάγκη να γράψω για τις μαμάδες μου. 3 γυναίκες μπορώ να φωνάξω με το ''μαμά''. Ακούω μουσικές και σκέφτομαι. Μου λείπουν. Κάθε μία με το δικό της τρόπο, για το δικό της ''γαμώτο''. Όλες βρίζουν, ξεσπούν, κλαίνε, φρικάρουν, γελούν δυνατά, είναι πιό άντρες κι απο άντρες. Είναι τρεις, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και έχουν τελικά αρκετά κοινά.
Μεταξύ ζωής και φαντασίας θα ικανοποιήσω την ανάγκη μου.

Electric Litany


Περίμενα στο πεζοδρόμιο. Ένα βρεγμένο βράδυ στην Αθήνα. Το μάτι μου έπεσε σε ένα αγόρι που είχε τους αγκώνες του τυλιγμένους με γάζες. Κοίταξα ερωτηματικά τον Κ. ''Είναι ο Electric Litany, κατά κόσμον Αλέξανδρος Μίαρης.'' Τον χάζεψα λίγο όσο μιλούσε στο κινητό του. Με ένα ωραίο ροκ κοτσίδι μου υποσχόταν πολλά για την συνέχεια. Μπήκαμε μέσα, πήραμε μπύρες, και κάθισα σε ένα σκαλοπάτι. Ο κόσμος ήταν λίγος και μυημένος. Είχα καιρό να πάω στο Gagarin. Με τα προφυλακτικά του και τα μπρελόκ του. Συλλογή έχουμε κάνει απο τέτοια. Θυμήθηκα που άκουσα σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό ότι οι Electric Litany δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απο τους U2 στο ξεκίνημα τους. Το θεώρησα υπερβολή.
Η ώρα ήταν κιόλας 12.
Δεν μπορώ να περιγράψω αυτό που ένιωσα όταν βγήκαν. Όταν άκουσα τη φωνή του. Απλά ευχήθηκα αυτά τα παιδιά να πάνε ψηλά. Να ακουστούν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Δεν πίστευα αυτό που άκουγα. Αν έκλεινα τα μάτια μου ήμουν μόνη μου στο κέντρο του χώρου και δεν υπήρχε ταβάνι. Θα ήθελα να τους ακούω και να μπαίνει βροχή και να ταξιδεύουμε μαζί. Εμένα η ψυχή μου εχθές καλύφθηκε. Άκουσα αυτό που έπρεπε να ακούσω τη στιγμή που θα το ένιωθα καλύτερα. Τώρα που έχω ακούσει ένα σκασμό μουσικές και διψάω για κάτι καινούριο.
Δεν γράφω κριτικές. Μόνο το συναίσθημα μου. Μόνο έτσι μπορώ. Κοιμήθηκα με τα ακουστικά στα αυτιά, ξύπνησα νωρίς γιατί μου έλειψαν. Αυτό ίσως σημαίνει ότι τους αγάπησα για πάντα.

.






.
.
Και εδώ η συνέντευξη του Αλέξανδρου Μίαρη στο Δίφωνο.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Γωνία γωνία. Με τη σκούπα χάιδευα το πάτωμα. Έπιασα και μάζεψα τα καλώδια, δίπλωσα τα ρούχα. Τα μύριζα πριν τα βάλω στη ντουλάπα. Αυτό δεν στο είπα. Σε περίμενα. Ένα σπίτι αγαπημένο. Ένα σπίτι που περνάω χρόνο. Εκεί σε βλέπω. Εκεί τα λέμε. Εκεί θυμώνουμε καμιά φορά. Όλα μέσα είναι. Όλα παίζουν. Εκεί σε παρατηρώ να ανοίγεις τα μάτια σου και να προσπαθείς να αναγνωρίσεις ποιά είναι αυτή η μορφή απο πάνω σου. Κλάσματα του δευτερολέπτου αναρωτιέσαι. Μετά ηρεμείς. Απλώνεις το χέρι και αρπάζεις την πρωινή μυρωδιά του σώματος. Χαιδεύεις και ξυπνάς. Μπορεί να ζητήσεις ένα ποτήρι νερό. Και σε παρατηρώ ανήμπορο να πιάσεις το ποτήρι καλά. Με τα μαλλιά ανακατεμένα, να πέφτουν στα μάτια, αγόρι σε πρωτόγονη μορφή. Με τις παλάμες μου μετράω το περίγραμμα σου όταν σε πετυχαίνω στο πλάι. Σου λέω ότι για αυτή τη γραμμή γράφονται μουσικές και λέξεις. Και ούτε ξέρω πως γίνεται και ερωτεύονται οι άνθρωποι. Τι συμβαίνει εκείνη την ώρα στο κεφάλι τους. Τι καταλαβαίνουν όταν βλέπουν ένα άλλο ζευγάρι μάτια. Σε τι τιμές εκτοξεύονται οι ορμόνες. Τι με κάνει να είμαι εξαρτημένη απο αυτή τη μυρωδιά στο λαιμό. Τίποτα να μην αλλάξεις. Με αυτό πιά, είμαι σίγουρη. Ότι ό,τι και να συμβαίνει, ΜΟΥ συμβαίνει.
.
.

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

swallow the moment

Κόκκινα, γιατί έτσι του αρέσει. Όταν την ακουμπάει στον πάγκο της κουζίνας για να παίξουν κλέφτες και αστυνόμους με σβηστά τα φώτα. Μέχρι πόνου τον χωράει μέσα της. Σε κάθε παλμό, τα μάτια συναντιούνται και δεν φαντάζονται. Είναι εκεί. Με το όσο είναι το όλο τους. Κολλημένοι γυρνοβολούν στο σπίτι μέχρι να ξημερώσει. Μυρίζονται και ουρλιάζουν. Αγαπιούνται. Δίχως αύριο. Τόσο που πιάνουν τον εαυτό τους να γίνεται αγρίμι έτοιμο να κατασπαράξει οτιδήποτε τολμήσει...(να)
.
Μπλε, γιατί έτσι του αρέσει. Πέμπτη ήταν. Είχε και κίτρινο. Σε ένα χιλιοτιμημένο τραπέζι, μία καρέκλα ακόμα γέμισε. Και μία προσποιητή άρνηση χόρευε πάνω απο τα ποτά. Χαζές συστάσεις. Μόνο κάπνιζε και τον παρακολουθούσε. Τον άκουγε. Και αυτό ήταν η αρχή. Μπορούσε να τον ακούει. Με όλο της το σώμα.
.
Μαύρο. Παντού. Μπορεί να είναι και φωτεινό. Μέσα σε μουσικές χάνονταν οι άνθρωποι, γίνονταν αόρατες οι παρέες, άδειαζαν τα ποτήρια, λόγος κανείς για να περιμένουν. Όλα είναι τώρα. Γραμμένα σε post-it, ακουσμένα πάνω απο piercing, ειπωμένα με καληνύχτες σε διπλανά μαξιλάρια.
.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Need

Έχω μία τρομερή ανάγκη να ονομάσω τους φίλους μου.
.
Stella nel' cielo
South of the river
Χνούδι
Μορφέας
Αποτέτοιος
Alicia
Ανεστιάσεις
Hfaistiwnas
Radio Poetry (μέντορας)
Αίολος
Κώστας Πάτρα
Στο μεγάλο πουθενά
sadcharlotte
Φαίδρα Φις
Spy innerscapes
.
Και να τους πω ένα ευχαριστώ. Απλά.
.
.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010


Ήρθαν ξανά. Ήταν κάτω απο το σεντόνι. Τρύπωναν στα μαλλιά μου και ρουφούσαν το χαμόγελο μου. Δεν τους μίλησα. Έκανα πως δεν φοβάμαι. Κουλουριάστηκα στην άκρη και έμεινα ακίνητη. Άκουγα μόνο την καρδιά μου που αναβόσβηνε. Αναβόσβηνε. Ντουπ ντουπ. Έκλεισα τόσο δυνατά τα μάτια που τύφλωσα όλες τις σκέψεις. Αυτό ήθελα. Να φύγουν. Ακρωτηριασμένες. Να σταματήσουν να φλυαρούν. Τώρα φοβόμουν. Ξαναήρθαν. Και έξω έβρεχε και είχε εκείνο το φως που δεν είναι ούτε μπλε ούτε γκρι και που τόσο το περίμενα. Μα δεν ήρθε μόνο. Αν και θέση στην καρδιά μου είχα αφήσει μόνο για αυτό. Όλα τα άλλα προσπάθησαν να στριμωχτούν, σπρώχνοντας, πετώντας, καταστρέφοντας, απλώνοντας μία παχύρευστη και αργοκίνητη θλίψη παντού.
.
.
.
( Τελικά είχα δίκιο, το ελάττωμα να γράφω μαυρίλες υπάρχει ακόμα :) )

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Γράφω και σβήνω. Πολλές μέρες τώρα. Σήμερα έχω και ένα κουτί καραμέλες δίπλα. Μην και πάει να βγει τίποτα που δεν πρέπει. Να το πνίξω με ζάχαρη. ''Τελικά δεν υπάρχουν δρόμοι. Πρέπει να τους φτιάξω.'' Δύο προτάσεις και σαν συνταξιοδοτημένος μηχανικός το σκέφτομαι. Μόλις άναψα ένα ακόμα τσιγάρο, κάποτε πρέπει να μετρήσω πόσα καπνίζω, στα πόσα κερδίζεις άραγε? '' Ενδιαφέρον έχει η ζωή σου όταν αλλάζεις προβλήματα''.
Οδήγησα λίγο μόνη μου, άκουγα και ένα πολύ ωραίο cd. Που δεν μπορώ να σου πω αν είναι αντικειμενικά ωραίο. Αλλά εγώ το αγαπώ. Και εκεί κάπου στη Γλυφάδα ήμουν όταν ανακάλυψα ένα ακόμα τραγούδι που κάτι μου ξύπνησε. Η Άννα μου είπε ότι πρέπει να ξαναβρώ το παιδί μέσα μου. Και αν δεν υπήρξε ποτέ? τη ρώτησα. Δεν μου άρεσε ποτέ το ροζ, ούτε τα λούνα παρκ. Είμαστε οι στιγμές που ζούμε? Ο καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Εγώ ας πούμε δεν είχα ποτέ ένα παιδάκι μέσα μου. Είχα όμως σταθερές. '' Είσαι καλά θεμέλια'' μου είχε πει κάποιος που με ξέρει αρκετά καλά. Και αυτός μάλλον την είχε δει συνταξιοδοτημένος μηχανικός τότε. ''The future needs a big kiss'', ο Μπόνο το έγραψε και εσύ τυχαία μου πήρες τη μπλούζα. Αλλά σκέψου πόσο μα πόσο μα πόσο απλά, μπορείς να φτιάξεις ένα δρόμο... It's just a big kiss away.
.
.
Και ίσως τελικά το μόνο που έπρεπε να ποστάρω σήμερα να είναι αυτό το τραγούδι.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Αλλιώς η ευτυχία. Δέκα γράμματα.

Στο πάνω πάνω ράφι ανακάλυψε τις ξυλομπογιές. 27 χρονών και σήμερα είχε όρεξη να τις χαιδέψει. Έβγαλε ένα μπλόκ απο το συρτάρι. Κάθισε να κοιτάει τη λευκή σελίδα πολύ ώρα. Κάπνιζε και φύσαγε τον καπνό προς τα πάνω. Το ταβάνι έγινε ουρανός με σύννεφα. Έκανε μία βόλτα στην κουζίνα, άνοιξε ραδιόφωνο, τάισε το γάτο.
.
Έκατσε στην καρέκλα και έπιασε το μαύρο. Ζωγράφισε το περίγραμμα ενός σώματος που έπιανε όλη τη σελίδα κατά μήκος. Συνεχίζοντας με το μαύρο του έκανε μαλλιά μακριά. Έψαξε το καφέ για να του χαρίσει μάτια τεράστια. Και ξανά με το μαύρο του έβαλε γυαλιά. Για να βλέπει τον κόσμο καθαρά. Του έκανε λίγα γένια και όμορφες βλεφαρίδες. Τα χείλη του έγιναν σκούρα και τριαντατόσα άσπρα πραγματάκια εμφανίζονταν για να πεις πως χαμογελάει. Του έκανε χέρια δυνατά και μακριά. Τον στόλισε με μία ελίτσα στο πάνω μέρος της παλάμης. Το αγόρι είχε μία ουλή στον ώμο μα θα του φόραγε μπλούζα και δεν θα φαινόταν. Θα ήταν το μυστικό τους. Η μπλούζα ήταν με ένα τέρας που θα αντιπροσώπευε ένα είδος μουσικής. Αυτό που ακόμα εκείνη δεν γνώριζε. Και ένα μπλέ όμορφο παντελόνι. Τα παπούτσια ήταν μεγάλα, ανάλογα της σελίδας. Το αγόρι φάνηκε να είναι συνεπής για αυτό του χάρισε και ένα ρολόι. Να το φοράει νύχτα μέρα.
.
Γύρω του έφτιαξε νότες και αν παρατηρούσες πίσω του λίγο καλύτερα, θα ήταν εύκολο να διακρίνεις τύμπανα. Μπροστά του υπήρχε μόνο το συννεφιασμένο ταβάνι του κοριτσιού και το περίεργο βλέμμα εκείνης. Που όλο έξαψη πιά τον δημιουργούσε σε ένα λευκό χαρτί. Τελειώνοντας τη ζωγραφιά του χάρισε ένα ενυδρείο. Για τη γνωριμία. Δώρο που μάλλον εκείνος δεν καταλάβαινε. Μα εκείνη ιερό πράγμα είχε χαρίσει στη ζωγραφιά. Τον έβαλε σε μία κορνίζα και την ακούμπησε στο ράφι. Αυτός ήταν, αυτόν θα αγαπούσε πολύ. Αυτός θα σκαρφάλωνε εκεί ψηλά για να πάρει αυτά που θα είχε να δώσει.
.
Κανείς δεν είδε ότι πιάνοντας το κόκκινο τον ζωντάνεψε πριν του βάλει τη μπλούζα. Κανείς δεν την άκουσε που τον βάφτισε έτσι ώστε να γιορτάζει σήμερα.
.
Ένα βράδυ έβαλε τα καλά της ρούχα, χτένισε τα μαλλιά της, πήρε τσιγάρα και το δικό της κόκκινο και βούτηξε στο χαρτί. Κανείς δεν την ξαναείδε. Ούτε κανείς πρόσεξε ότι τελικά ένα λευκό χαρτί στεκόταν μέσα στην κορνιζα. Μόνο αν πήγαινες κοντά μπορούσες ακόμα να μυρίσεις το λάστιχο των παπουτσιών απο έναν ολονύκτιο χορό και μία θεαματική απόδραση.
.
Στο cd player ακουγόταν αυτό και μάλιστα στο replay:
.
.
Στον Ένα.

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Επιθυμητές ενέργειες χημικών ουσιών.

-Μα δεν υπάρχει σου λέω καλύτερη γεύση απο αυτή την πικρή στα χείλια μου. Που είναι ίση και ακόμα δυνατότερη με τη μυρωδιά του λαιμού σου. Οινόπνευμα ακριβό που είναι ικανό να καταστρέψει κάθε πόσιμη ή βρώσιμη ουσία. ------Γλείφεσαι σαν σκυλί αδέσποτο που του χάρισαν το πιό λαχταριστό κόκκαλο. Το φυλάς και σκάβεις στο πιό τρυφερό μέρος του κόκκινου χρώματος για να το κρύψεις για όταν θα πεθαίνεις για λίγο ακόμα.----------
Η γεύση λοιπόν, μένει εκεί για ώρες άγρυπνος φρουρός των όσων με σιγουριά νιώθεις πιά. Δεν εξατμίζεται, δεν καλύπτεται. Σκοντάφτει σε ανούσιες κουβέντες με αδιάφορους ανθρώπους και πάλι σηκώνεται και καμία σημασία δεν δίνει στα φωνήεντα που κάνουν τη μυρωδιά να μη γεύεται. Αγαπάει το Μ και το Π καθώς όταν προφέρονται οι κινήσεις των χειλιών είναι τέτοιες, που προσφέρουν μέγιστη απόλαυση και ολική επαναφορά των όσων προηγήθηκαν πριν αυτή την - τελευταία για σήμερα- κλεψιά μιάς στάλας απο τη γοητεία σου.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

House is not a home. (καμία σύνδεση με ό,τι ακολουθεί)

*Τελειώνει. Μία γουλιά έμεινε. 10 μήνες θα περιμένεις ξανά να ωριμάσει το επόμενο για να το σερβίρεις. Σε χούφτες αλμυρές.
*Σκέφτομαι μήπως τελικά φτιάξω ένα ποστ με όλα τα τραγούδια που άκουσα φέτος. Αυτά που αγάπησα.
* Μετά ίσως να ξεχωρίσω ένα. Γιατί θυμάμαι κάτι μικρό, τόσο δα, να συνοδεύεται με αυτό. Ενα μπλέ φως πάνω σε ένα πρόσωπο. Τα μικρά χαζά καθημερινά πράγματα που γίνονται τόσο καινούρια.
* Ζωγράφου, Παγκράτι, Καισαριανή, Γκάζι, Μαλακάσα, Σούνιο. Μουσική.
* Έμαθα διάφορα για τη μηχανή του αυτοκινήτου μου, έμαθα να μοιράζομαι, έμαθα να δίνω, να προσέχω, να είναι ένας άνθρωπος πάνω απο όλα και όχι μία ευχάριστη κατάσταση. Καμιά χαρά που πηγάζει απο το εγώ, δεν κρατάει παραπάνω απο τη διήγηση της. Ενώ το εμείς...
* Πληρότητα ξέρεις άραγε τι είναι?

Το καλοκαίρι πέρασε και κανείς δεν γλιτώνει απο βέβαιη κατάθλιψη. Ιδανικοί αυτόχειρες όσοι συνάντησα στην εθνική να οδηγούν υπνωτισμένοι. Είναι αλήθεια λυπηρό να πρέπει πάντα να γυρνάμε σε ότι δε γουστάρουμε. Άνθρωποι αγχωμένοι. Που πεθαίνουν έντεκα μήνες για να να κάνουν τρεις πλύσεις στομάχου σε ένα μήνα διακοπών. Δυστυχώς ξέρω πολλούς τέτοιους. Βλακείες γράφω. Άλλωστε το καλοκαίρι μου δεν είναι για γράψιμο. Κάποιοι το έζησαν απο κοντά. Εμένα μόνο ένα αλτσχάιμερ μπορεί να μου το πάρει. Η ώρα δύο το μεσημέρι και ο αέρας έξω ρίχνει της γλάστρες. Σπίτι ''μου''. Σπίτι ''μας'' δεν έχει γλάστρες. Έχει όμως ένα άλλο είδος ζωής. Το συναρπαστικό κόσμο των διπλών πραγμάτων. Αυτή την αλκοολούχα αναπνοή και τα γεμάτα τασάκια. Τις φιάλες στο ψυγείο και τα γυμνά πόδια. Μία σημαντική εντεκάδα και κίτρινα post-it χωρίς to do list. Μόνο αποφθέγματα χαζά, στιγμιαία. Μα αληθινά πολύ. Θα ζωγραφίσω το χέρι μου, το αποφάσισα. Θα έχω και το ψάρι μου μαζί παντού. Θα γεράσω με ένα ψάρι στο δεξί μου καρπό. Ο χειμώνας δεν ξέρω τι θα φέρει. Ξέρω ότι τις Κυριακές το πρωί θα κάνω ταξίδια. Δύο μέτρα είναι η απόσταση. Αργά και βασανιστικά θα τη διανύω. Απο το μέτωπο στις φτέρνες και πάλι πίσω. Ναι.
.
Και αυτό για καλό φθινόπωρο:
Viza - Breakout the violins.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Πτήση


Ο ήλιος χαιδεύει μόνο τους ευτυχισμένους ανθρώπους. Τα ξαπλωμένα κορμιά στην παραλία. Αυτούς που τα απλά τα κάνουν πολλά και γεμίζουν το μέσα τους. Μπαίνει απο τους πόρους τους η ζεστασιά, γιατί απο πάντα ζούσαν με ανοιχτές όλες τις πόρτες. Αυτούς που είναι για πάντα ερωτευμένοι με ένα χαμόγελο και κάθε βράδυ το κρύβουν κάτω απο το μαξιλάρι για να μην τους το πάρει πίσω κανείς. Μία τεράστια κόκκινη νότα χοροπηδάει στο μπαλκόνι και τρέχω να της ανοίξω να φτάσει μέχρι τη δική μου κορυφή και να την κατακτήσει. Ο ήλιος χαιδεύει τη μουσική που έρχεται απο τις φλέβες σου και σκάει με φόρα στα σκονισμένα σου φτερά. Απο καιρό πετάς πάνω απο το κρεββάτι σου και προσγειώνεσαι ξανά σε αυτό γιατί κανείς δεν σου έμαθε να πετάς χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ένα ''μάλλον'' τελειώνει τις πιό όμορφες προτάσεις που συντάσσεις. Ο έρωτας να πέφτει στα μαλακά. Γιατί είναι πολύτιμος και εύθραυστος και καμία σχέση δεν έχει με ότι μέχρι τώρα έχεις δει. Εγώ ξέρω τι έχει πίσω απο τα δόντια. Χύνεται και χορεύει μπροστά στα μάτια μου όταν ξυπνάω. Παίρνει χρώμα κίτρινο και μυρίζει ροδάκινο. Είναι πάντα συνοδηγός εκεί που μυρίζει θυμάρι και ο ουρανός είναι μωβ. Ο ήλιος υπάρχει εκεί που οι άνθρωποι εκπλήσσονται κάθε μέρα. Εκεί που λένε γειά και ποτέ δεν είναι τελευταίο. Εκεί που οι άνθρωποι περιμένουν να ξαναβρεθούν, να ξανακοιμηθούν, να ξαναξυπνήσουν, να ξαναμιλήσουν, να ξαναγαπηθούν, να ξαναονειρευτούν, να ξαναείναι. Ο ήλιος φΥλάει αυτούς που η κάθε μέρα τους είναι η προηγούμενη πρόταση. Και είναι το απλό που γυρνάει πίσω εκείνη την εξορισμένη λέξη ''πλήρης''.
.
.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

παρΟΔΙΚΗ

Τις ανηφόρες φοβόμουν. Στις πρώτες δειλές διαδρομές τις απέφευγα. Πήγαινα απο αλλού. Μετά απο καιρό το ξεπέρασα. Παντού πηγαίναμε μαζί. Κάθε πρωί ένα καλοκαίρι η διαδρομή Βριλήσσια - Νέα Σμύρνη ήταν η αγαπημένη μου. Τη νύχτα που το χρειάστηκα, δεν ήταν εκεί. Φορτωμένη με πέντε τσάντες πήρα ταξί. Δεν του κράτησα κακία, όχι.
Μία άλλη περίοδο το στρίμωχνα σε στενά του κέντρου και πάντα με σεβασμό προς τους άλλους οδηγούς. Όλοι το αγάπησαν έτσι. Κανέναν δεν ενόχλησε ποτέ. Ένα απόγευμα το πήγα βόλτα στη Νέα Μάκρη, ήπια λίγο παραπάνω αλλά ήμουν σε καλύτερη κατάσταση απο την παρέα μου. Στην επιστροφή είχε στροφές και κατηφόρες, δεν ήθελε πολύ. Δεν υπολόγισα, ο συνοδηγός κοιμόταν κιόλας, φρένο, γλιστράει, πρώτη ταχύτητα, σωθήκαμε. Με έσωσε, αυτό. Αυτό το άψυχο πράγμα, με κολλάρα, πιστόνια, σιαγόνες, ταμπούρα και όλες αυτές τις άσχημες λέξεις που το χαρακτηρίζουν. Πρώτη φορά ζημιά. Και μοναδική.
Μετά ήταν το αμάξι της Χρύσας. Κανείς άλλος δεν το οδηγούσε. Μόνο εγώ του έδινα όλα αυτά που ήθελε. Αγάπη, ωραία μουσική και το γιατρό του.
Δύο φορές μετά απο πολύ σκέψη, έκατσα στη θέση του συνοδηγού. Δεν ήθελα. Ούτε αυτό. Η οδήγηση τρομακτική. '' Σε παρακαλώ, μην τα κάνεις αυτά ''. Το δικό μου αυτοκίνητο δεν ήταν ποτέ συμφιλιωμένο με το μάγκικο γκάζι. Δεν το έβριζαν ποτέ στο δρόμο. Ούτε δημιουργούσε κινδύνους. Δύο διαδρομές έφτασαν, στα χέρια ξένου, να μου θυμώσει για πολύ καιρό. Έβλεπα πολλές χιλιάδες στροφές και καθρέφτες να περνούν ξυστά. Δεν μπορείς πάντα να μιλάς στον οδηγό. Ναι, υπάρχουν αυτές οι στιγμές που κάνεις το γύρο του θανάτου βλέποντας το τιμόνι υπο την κατοχή θολωμένων ματιών και άγνοιας κινδύνου.
Πάλι για μένα το έκανε και δεν υπέκυψε στις ορέξεις κανενός. Εμένα έσωσε.
Τώρα είναι πάλι στο γιατρό. Θα ζήσει μου είπαν. Και θα ξανακάνουμε μαζί, και μόνο μαζί, όλα αυτά που έχουμε ονειρευτεί.
Θα είναι για πάντα το αυτοκίνητο της Χρύσας και θα έχει πάντα ένα πορτοκαλί ψάρι, κρυμμένο στο πορτ-μπαγκάζ. Χώρος μεγάλος και φιλόξενος για το alter ego μου.
.
.
.
.
*Χρώσταγα ένα κείμενο σε έναν αγαπημένο άνθρωπο για το αυτοκίνητο μου, τώρα το νιώθω πιό πολύ απο ποτέ. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, όπως παλιά.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

km

Η θέα της Ακρόπολης, το σπίτι του Πέτρου που πάντα λείπει, τύμπανα και πλαστικές κιθάρες, η Έμιλυ που με αγαπάει, ο Πάβελ που τσιρίζει, η φάτσα μου το πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου, λίγο καλύτερη, γάλα κρύο κάθε μέρα, με καφέ και ζάχαρη, ο κύριος Δημήτρης με τις μπουγάτσες του στις 4 το πρωί, μουσικές πολλές, ατέλειωτες μουσικές, άγριες και όμορφες, να τις ακούς και να φιλιέσαι, μαύρες μπλούζες παντού, δύο στενά γνωστή διαδρομή, μήνυμα ''έφτασα'' όταν δεν μένω, σχέδια θολά, φοβισμένα, μουσική ξανά, πολικό ψύχος στο υπνοδωμάτιο, πιό κοντά είμαστε, αστεία και ονόματα βαφτιστικά, δόντια πάνω στο κεφάλι, στα μάγουλα, στο λαιμό, μύτες συσπώνται και ρουφούν ορμόνες και χθεσινή κολώνια.
Η θέα της ντουλάπας μου, τα ρούχα μου πεταμένα στην πολυθρόνα, αράζω κάτω απο τη λεμονιά και ακούω ''ένα απο τα όσα'', θα πάω εκεί απόψε, τα αφρόλουτρα μου, μία φωτογραφία καινούρια στο κινητό, ταίζω το γάτο δύο φορές τη μέρα, πάω στη δουλειά, γυρνάω απο τη δουλειά, κοιμάμαι δύσκολα, βραδιάζει, φεύγω, πάω πάλι εκεί, θα χτυπήσει το τηλέφωνο, θα χαμογελάσω, θα χτυπάει λίγο πιό δυνατά, όχι το τηλέφωνο, θα μιλήσω λίγο, δεν θα πω τίποτα απο τα ''όσα'', τα νιώθω όμως όλα, υπέρβαρη θα νιώθω απο ένα εκατομμύριο λέξεις πνιγμένες στο διάφραγμα, όχι ατροφικές, δυνατές, τονισμένες, απο αυτές που θέλουν σταθερή φωνή και μάτια για να ακουστούν, χωρίς να κοιτάς ταβάνι, ούτε πάτωμα, ούτε πίσω απο τον απέναντι ώμο, θέλουν ένα πόλεμο αληθινό και τότε ίσως σαν γνήσια αναρχικά όντα να αρχίσουν να χύνονται πάνω στα χείλια και στήθος με στήθος, νικώντας αυτές τις μηδενικές στιγμές που κάνουν ουλές στο πιό κόκκινο χρώμα.
.
.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Σήμερα ήταν σαν να μην είχε κοιμηθεί. Μόνο μία ώρα και αυτή ήταν σαν αγρίμι. Στριφογύρναγε στο κρεββάτι, έψαχνε τη μυρωδιά, ακουμπούσε ήσυχα στο λαιμό του μην τον ξυπνήσει. Καμιά φορά την έβρισκε. Στο στομάχι της χόρευαν όλα τα κίτρινα νερά που είχαν ξεδιψάσει όλα αυτά που δεν έπρεπε να πει. Θα ήθελε να πάει πίσω κάποια χρόνια και να καθαρίσει μιά για πάντα όλα τα αγγίγματα, φλερτ, αγάπες, χωρισμούς. Ήθελε να τα μάθει όλα ξανά. Σαν να μην τα είχε κάνει ποτέ. Να ανακαλύψουν τον κόσμο σαν νεογέννητα συναισθηματικά καθάρματα*.

.
Ξύπνησε ιδρωμένη και άρχισε να μετράει τα βήματα της μέχρι την κουζίνα. Δεν θα τα κατάφερνε σήμερα, το ήξερε. Έτρεμαν τα πόδια της και το κεφάλι της έκαιγε. Έβαλε γάλα και χάζεψε τη θέα απο το παράθυρο της κουζίνας. Βούρτσισε επιμελώς τα δόντια της και φόρεσε ρούχα. Τον ένιωθε ακόμα σαν να ήταν μέσα της. Σαν να τον είχε κλειδώσει. Άκουσε το σώμα του να τρίβεται στα σεντόνια και χαμογέλασε.

.

Του ψιθύρισε μιά καλημέρα και ένιωσε όλη την αδικία του κόσμου που δεν μπορούσε να μείνει μαζί του στο κρεββάτι μέχρι αργά το απόγευμα. Σκέφτηκε να του αφήσει άλλο ένα σημείωμα στον καθρέφτη μα χρόνος δεν υπήρχε. Ίσως μετά να ξέχασε αυτό το δίστιχο που ήθελε να του γράψει.

.
Ίσως κάποτε να το ξαναθυμόταν. Κάποια άλλη φορά που θα κρεμόταν απο πάνω του σα γκρινιάρικο μωρό για να μην πάει στη δουλειά.
.
.
.
.
* Ευχαριστώ πολύ Χνούδι για τις λέξεις αυτές.

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Διακοπές


Καμιά φορά το καλοκαίρι δεν είναι τίποτα απο τα συνηθισμένα. Δεν είναι θάλασσα, δεν είναι καν μπλε. Είναι κίτρινο. Είναι βράδυ. Είναι η θέα απο ένα μπαλκόνι στο κέντρο της πόλης. Είναι τα χέρια μου γύρω απο το λαιμό σου και τα πόδια μου γύρω απο τη μέση σου. Είναι κρύο γάλα και ξυπνητήρια. Είναι μαύρα μαλλιά. Όπου θέλω είμαι. Οι διακοπές μου είναι να κάνω αυτό που θέλω. Διακοπές κάνω. Απο τα δύσκολα και τις κρίσεις πανικού. Διακοπές απο το ''δεν προλαβαίνω''. Απο τα τηλέφωνα και τα '' πρέπει''. Τίποτα δεν πρέπει. Δεν πρέπει να φύγω μακριά σου. Θέλω να μείνω μαζί σου. Αυτό είναι διακοπές. Πόσοι άδειοι άνθρωποι λιάζονται τώρα στην Καραιβική... Και φορούν χρωματιστά μαγιώ και μυρίζουν καρύδα. Μα εγώ δε φοράω τίποτα και κοιμάμαι δίπλα σου και μυρίζω εσύ. Και αυτό είναι καλοκαίρι.
/
.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

αγαπώ μα μόνο να το γράφω μπορώ


Τίποτα δεν θα γίνει απο αυτά που ονειρεύεσαι. Γιατί? Μα δεν υπάρχει γιατί. Έχεις απο χρόνια ένα σπλάχνο να σου παίζει ωραίες μελωδίες για να κλαις. Να κλαις. Να μην σε νοιάζει τίποτα μπροστά του. Να είναι εκεί πάντα μα πάντα μα πάντα για σένα. Ακόμα και όταν ούτε στον εαυτό σου δεν παραδέχεσαι ότι μόνο μία αγκαλιά ζητάς. Και θα αντέχεις μία ολόκληρη ζωή να παλεύεις για κάτι που άλλοι διάλεξαν για σένα. Οι ευκαιρίες κερδίζονται και δεν χαρίζονται. Και αυτό το ξέρεις τόσο καλά, όσο το μικρό σου όνομα. Φοβάσαι να πεθάνεις, μα φοβάσαι και να ζήσεις. Και έτσι μένεις παγιδευμένος σε εκείνη τη χαραμάδα του χρόνου που έγραφα παλιότερα. Όταν ξεστομίζεις ''φεύγω'' με τα μάτια να γυαλίζουν απο το σκληρότερο ναρκωτικό που λέγεται ''όνειρο''. Μεθάς κάθε βράδυ, ανάμεσα σε χρωματιστά σώματα, λικνίζονται και περιμένουν. Πάντα κάτι περιμένουν. Πάντα κάτι θέλουν. Μισά κι αυτά, να μοιραστούν για ένα βράδυ. Να γίνουν ένα τέταρτο. Να ξεχάσουν για λίγο όλα αυτά που θάβουν κάθε πρωί. Χαζογελάς με το περίστροφο πάντα στραμμένο αριστερά. Ρώσικη ρουλέτα με τον εαυτό σου. Είναι το ποτό, θα πεις το άλλο πρωί και θα το ξεχάσεις. Και έτσι μισοπεθαμένος θα ξεκινήσεις να πας στο γραφείο.
.
.
Φωτό: Ένορκος (που τόσο τον ευχαριστώ για την μόνιμη άδεια αναδημοσίευσης της δουλειάς του)

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

balance




Δύο άνθρωποι μαθαίνουν να προφέρουν τη λέξη θέλω πάνω σε ένα σεντόνι. 185 κελσίου. Συμπέρασμα : Το νόημα της ύπαρξης είναι απλά μία ιερή μυρωδιά.

.

.

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Μπήκε φως.


Χαρά σημαίνει να ξυπνάς χαράματα για να προλάβεις το καράβι. Σημαίνει να βλέπεις την Κατερίνα να χοροπηδάει πάνω στο καπό του αυτοκινήτου. Σημαίνει σάντουιτς ότι να ναι στο λιμάνι. Σημαίνει να ΜΠΑΙΝΕΙΣ στο καράβι. Σημαίνει χρωματιστά μαγιώ στριμωγμένα στη βαλίτσα. Σημαίνει η δική μας παραλία. Σημαίνει να θάβεις τις πατούσες στην άμμο. Σημαίνει η πρώτη δειλή βουτιά μακριά απο δω. Σημαίνει κωλοτούμπες και νερά που δε βαθαίνουν. Σημαίνει πείνα και αναζήτηση ταβέρνας. Σημαίνει γεμιστά, τηγανητές πατάτες και μπύρα. Σημαίνει τζιτζίκια που ουρλιάζουν και θες να τα εξοντώσεις. Σημαίνει κουνούπια και μυρωδιά σιτρονέλας. Σημαίνει μαλλιά λουσμένα με λεμόνι. Σημαίνει πόδια και χέρια γεμάτα βραχιόλια. Σημαίνει βλέμματα πίσω απο γυαλιά ηλίου. Σημαίνει συζήτηση με την τετράχρονη Πέγκυ για το πως χρησιμοποιούμε το ροζ ποτιστήρι στην άμμο. Σημαίνει κουβέντα με σερβιτόρες, καπετάνιους, μούτσους, διπλανούς, ντόπιους, ξένους. Σημαίνει κόκκινη μπαντάνα στο κεφάλι. Σημαίνει βραστά αυγά και γιαούρτι για πρωινό. Σημαίνει 400 φωτογραφίες. Σημαίνει αχινός που ξεκουράζεται σε χρωματιστές σαγιονάρες. Σημαίνει αντηλιακό. Και έγκαυμα. Σημαίνει φιλία. Με κάθε τρόπο. Πρωί και βράδυ. Καλοκαίρι και χειμώνα. Μόνο που το καλοκαίρι η φιλία είναι πιό ζεστή και πιό χρωματιστή. Πιο ''της Κατερίνας''.
.
.












Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Οκτώ τελείες.

Το τελευταίο σου γέλιο άναψα για να διαβάσω τη σκέψη σου. Η ώρα έντεκα και αναρωτήθηκα που να είσαι τώρα και τι χρώμα διάθεση έχεις. Πήρα απο το χέρι την τελευταία σου σιωπή και την έπνιξα στη μπανιέρα φιλώντας τη με γλώσσα για αντίο. Γέλασα που σε σκέφτηκα σήμερα. Το μαύρο φόρεμα άρχισε να χορεύει μόνο του εκείνο το σκοπό των Χριστουγέννων. Εκείνων των τελευταίων που μύριζε κρέας στη γάστρα και τσουρέκι. Βούτηξα στη μπλε φωτογραφία να σου κάνω παρέα για λίγο. Και μέσα στην αλμύρα ξέχασα γιατί σιωπήσαμε.
.
.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

''Τα δέντρα ξεδιψάνε.''


Χρόνια τους παίρνει να ξεδιψάσουν. Με μία συγνώμη. Αν και όλα είναι συγχωρεμένα. Όλα. Κάθε βαριά κουβέντα μα περισσότερο όλες οι σιωπές. Με άριστη καταγραφή και μετά μία γόμα. Γιατί... Γιατί είναι αυτός. Γιατί όλα είναι τόσο λίγα. Μα μέσα της είναι τεράστιος. Σαν δέντρο. Που το κρύβει για να μην το πειράξει κανείς. Πιάνει ένα χώρο αρκετό που καθόλου δε την ενοχλεί. Είναι υποθηκευμένος επ' αόριστον. Το φροντίζει, το ποτίζει, και το κάνει να ανθίζει που και που. Καμιά φορά γέρνει και κοιμάται πάνω στα σπλάχνα της και ηρεμεί. Όταν εκείνο το θέλει. Μόνο τότε. Μόνο τότε θέλει κι εκείνη. Βάζει όλη της την αγάπη, που καλά καταψύχεται αριστερά κάτω απο το στήθος, και ζεσταίνεται και το ποτίζει. Και γίνεται χαρούμενο. Απλώνει τα κλαριά του και γεμίζει το στομάχι της. Και νιώθει χορτασμένη. Και τίποτα άλλο δεν θέλει. Σε μία φανταστική μήτρα μπορεί να συνυπάρξανε κάποτε, να τους έφτιαξαν χέρια για να σπάνε και πόδια για να τρέχουν μακριά. Όλα με τις ίδιες προδιαγραφές. Βαριόταν για καινοτομίες ο πελαργός εκείνη τη μέρα. Ο έρωτας είναι εύθραυστος και η αγάπη λίγη για να μπορέσει να του πει τι είναι αυτό που δίνει και παίρνει. Είναι αυτό που κάνει τα δέντρα να ξεδιψάνε. Είναι κάτι καθόλου ροζ. Μα ούτε μαύρο. Είναι αυτό που την τελευταία του εισπνοή θα την εκπνεύσει εκείνη. Έχοντας αγαπήσει και ξεδιψάσει μέχρι τότε, όσους ανθρώπους μπορεί.
.
.
.
*Ο τίτλος ήταν η αφορμή, και τα πνευματικά δικαιώματα αυτού, όχι δικά μου.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010


Καμιά φορά νιώθω εκείνο το ποτάμι μέσα μου να φουσκώνει. Να τρέχουν οι εικόνες χείμαρροι, απο τον ουρανίσκο στο στομάχι κάνοντας ελεύθερη πτώση όσο διαρκεί ο οισοφάγος. Πολλές εικόνες. Άλλες κόκκινες, άλλες μπλε, άλλες μαύρες, άρα μάλλον απο μέσα είμαι κάτι μωβ πολύ σκούρο. Και ούτε καν μου αρέσει το μωβ. Το πνίγω λίγο μέσα στο μαύρο, μα πάλι μωβ λέγεται. Θα ήθελα να μη φύγεις, μα αυτό κοστίζει παραπάνω απο όσο αντέχουν αυτά που τόσα χρόνια έχτισα- με 150 καρδιές για να πιάσουν τα θεμέλια- βαθιά τους. Είχα πολλές - όχι μία μόνο- και όλες είναι θαμμένες σε εκείνο το τείχος. Τώρα καταστρέφω την τελευταία που προέβλεπαν οι συμβάσεις. Μπα,δεν είναι ότι δεν θα ζω. Είναι ότι δεν θα νιώθω. Και τα βράδια δεν θα παίζω ξύλο με τον έρωτα, την αγάπη και την αδυναμία. Σαν βαριά αρώματα που τα φοράει αυτή η καρδιά και δεν σε αφήνει να ξεκουραστείς λεπτό. Με κόκκινα μάτια, δεν ξεχωρίζεις τι χρώμα παιχνίδι αγόρασες. Μαύρο? Η μαύρο? Για αυτό δεν σταμάτησες ποτέ να μεγαλώνεις. Επωάζει μέσα σου μιά χιλιετία που όταν σχηματίστηκε το γιόρτασες με κοκτέιλ και πυροτεχνήματα. Φόραγες ένα επίσημο μαύρο φόρεμα και απο μέσα ήσουν ακόμα κόκκινη. Πριν γνωρίσεις καν τον κόσμο. Τα ρολόγια πάντα γυρνούν και ο χρόνος δεν είναι υπέρ σου, ότι και να λες. Βιάζομαι να σταματήσω να μεγαλώνω. Να διαλύσω το κοντέρ. Μα πάντα θα είμαι 10 πόντους ψηλότερη απο όσο νομίζω και θα νανουρίζομαι με τον Κοντορεβυθούλη. Είναι μεγάλος αυτός ο κόσμος και σε έχω χάσει κιόλας οκτώ φορές. Δεν σε βρήκα καμία απο τις οκτώ. Μόνος σου βρέθηκες ξανά. Μάλλον υπάρχουν αυτές οι κρυψώνες που είχα ονειρευτεί αλλά δεν μου λες που είναι όσο κι αν σου υπόσχομαι πως δεν θα το μαρτυρήσω. Ούτε καν θα με δεις. Θα κρυφτώ σε μία και θα τη βαφτίσω ''δική μου''. Με το ''μου'' να την κάνει κάστρο και να διπλοκλειδώνει, πετώντας τα κλειδιά σε άλλο σύμπαν.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Χαμένες στα μαλλιά σου. Παρασκευές.
---------Με ιδρωμένα παράθυρα, με τελευταία τσιγάρα, ξημερώνοντας κίτρινες μέρες. ----Με πείσματα, με βλέμματα χαμηλωμένα, με ''δεν σε ξέρω ακόμα''. Με κάρβουνα για μάτια και φλόγες για καρδιά. --Με όνειρα σιγοβρασμένα στην άσφαλτο του Ιούνη. Πέμπτες. Συμπλέκτης - πρώτη - γκάζι. Σύμπλεγμα - Πρώτη φορά - Γκάζι. --------------------------------Πειραιώς, περασμένες 3 το ξημέρωμα κι ακόμα λέμε καληνύχτα. Η επόμενη μέρα πάντα Δευτέρα. Με άκομα ένα πόλεμο. Μετρώντας πάνω στην κούνια πλαστικά όπλα και ένα δικό σου. ------Αληθινό.--- Σκοτώνοντας λέξεις που δεν αποδείχτηκαν ποτέ. Κάνοντας κύκλους γύρω απο τον εαυτό σου με παρατεταμένο χέρι.-- Δείχνοντας έναν κόσμο όμορφο πάνω απο την κάνη.--------------

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Ξημερώνει. Τέμνει. Σκοτώνει. Ξαναβρίσκει. Περπατά. Ντύνεται. Γδύνεται. Αναπνέει.
.
Γουστάρει. Γελάει. Παρατάει. Πίνει. Γαμιέται. Τέμνει.
.
Τέμνει. Τρώει. Πίνει. Κοιτάει. Μιλάει. Στοχεύει. Παρατάει. Βγαίνει. Χορεύει. Σου αρέσει.
.
Ζει. Παλεύει. Πληγώνει. Προστατεύει. Βρίζει. Καίγεται. Τέμνει.
.
Δεν θέλει. Δεν γουστάρει. Δεν νιώθει. Δεν.
.
Τέμνει. Φεύγει. Τελειώνει (τα πάντα).
.
Κάτω απο το τραπέζι λερώνει μιά αλήθεια.
.