εκτός πιεστηρίου

Η 31η Δεκεμβρίου του ήταν φορτωμένη πέρα από τις συνήθεις συνήθειες (κάλαντα, γιορτινές ετοιμασίες) και με μια ακόμη. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει αγαπημένη, αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι απολάμβανε αυτό που έκανε. Θα μπορούσε να την πει ευλαβική, αν αυτό δεν της προσέδιδε μια θρησκευτική χροιά που ήταν τελείως άστοχη – το σημείο που τον ενδιέφερε ήταν ακριβώς το σημείο όπου όλες οι θρησκείες παύουν να ισχύουν. Θα μπορούσε να την πει απαρέγκλιτη, θα ‘ταν κομματάκι ειρωνικό, όμως, συχνότητα μια-φορά-το-χρόνο δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να ακολουθηθεί. Όπως και να ΄χει, ήταν μια συνήθεια που εξυπηρετούσε την ικανοποίηση μιας απαιτητικής όσο και αλλόκοτης ανάγκης του, ειδικά από τότε που είχε ξεκινήσει τα συχνά εκτός έδρας ταξίδια του σε νησιά, όπου δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να χάνει λόγω κακοκαιρίας τον απογευματινό τύπο.

κομματάκι καθυστερημένο

η διαρρήκτρια με το τετράστιχο

Στο εορταστικό θεατρικό του σχολείου σε κάποια στιγμή ακούγεται το Money των Pink Floyd καθώς ένα τσούρμο λιλιπούτειοι εισοδηματίες εισέρχονται στη σκηνή. Το ακούω και δε νιώθω το παραμικρό, μήτε έκπληξη (όπως πέρσι) μήτε αδιαφορία μήτε ευχαρίστηση μήτε ανία. Τα τραγούδια αυτών των τύπων έχουν γίνει πια με την τόση ιστορία και τις τόσες ακροάσεις κάτι σα κομμάτι του DNA μας, το να ακούω τις νότες τους είναι σα να κοιτώ το χέρι μου, το δέρμα μου, είναι εκεί, θα ΄ναι πάντα, ούτε όμορφο ούτε άσχημο ούτε ιδιαίτερο, τις γνωρίζω καλά τις πτυχώσεις του, έχει κάποια χρηστική αξία, αναμφισβήτητα, αλλά δεν είναι πια μια αξία χρηματιστηριακή, που ανεβοκατεβαίνει η τιμή και η αποδοχή της ανάλογα με την εποχή, είναι πιο πολύ η αξία της «δεμένης συστοιχίας», ανήκει σε όσα υπάρχουν μεν παράλληλα με μας, αλλά η σημασία που τους δίνουμε είναι η σημασία ενός κοιμώμενου, λευκού γατιού μέσα σε μια χιονισμένη, λευκή αυλή, σαν τη μηχανική αναπνοή μας ένα πράμα που διαταράσσεται μόνο από την αιθαλομίχλη των τζακιών ή σαν μια αγάπη που τη θεωρούμε δεδομένη, στέκεται δίπλα μας και το μόνο που ζητάει από εμάς είναι μια ζεστή αγκαλιά, πόσο ανόητοι είμαστε που ξεχνάμε να την προσφέρουμε.

dsotct

Στο θεατρικό πολλοί ρόλοι εναλλάσσονται και η δασκάλα είναι υπεύθυνη να προτείνει το μικρόφωνο σε όποιον είναι η σειρά του να απαγγείλει το τετράστιχό του. Κι είναι ένα παιδάκι που η δασκάλα ζαλισμένη από τα πέρα δώθε ξεχνάει να του δώσει το μικρόφωνο, και καταλήγει εκείνο να μην πει το τετράστιχό του, αυτό που 2 εβδομάδες το επαναλάμβανε μετά μανίας στο σπίτι, και οι γονείς του το πίεζαν για «δυνατά και καθαρά», σα να κρέμονταν όλα τα Χριστούγεννα από τη δική του απαγγελία, ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, να οδηγούμε τα παιδιά μας στο δρόμο που άλλοι εκατό χιλιάδες πριν έχουν πατήσει, τι να νιώθει το παιδάκι, το παρατηρώ, καμία αντίδραση, δεν επαναστατεί, δε λουφάζει, μένει πιστό στον υπόλοιπο κινησιολογικό του ρόλο, να ΄χα ένα ζευγάρι κιάλια να δω τα μάτια του από κοντά και την ψυχή του από μέσα, απορεί, δακρύζει, απογοητεύεται;, γαμώτο, δεν ξέρω πώς να τη χειριστώ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρω πώς να χειριστώ καμία κατάσταση, η ζωή είναι ένα δώρο που ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα, το μόνο που σκέφτομαι είναι να γράψω ένα αστυνομικό:

Η διάσημη διαρρήκτρια (με προτίμηση σε μουσεία και έργα τέχνης) σε κάθε της ληστεία αφήνει πίσω της για υπογραφή μια κάρτα με τυπωμένο ένα παιδικό τετράστιχο, πονοκεφαλιάζει την αστυνομία, τι να σημαίνει, πώς τα καταφέρνει, και γιατί χτυπάει πάντοτε Χριστούγεννα, κάποτε θα υποπέσει στο μοιραίο σφάλμα, η μέρα που την δικάζουν, σηκώνεται για την απολογία της, κορδώνεται, φοράει μια αγιοβασιλιάτικη σκούφια που ΄χε κρυμμένη στον κόρφο της και απαγγέλλει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ επισήμως μπροστά σε κοινό το στοιχειωμένο τετράστιχο. Είμαι και γω, ο γονιός, στο ακροατήριο, τα χέρια μου πλεγμένα, τα μάτια μου υγρά, το στόμα μου ψιθυρίζει 4 λεξούλες κι ένα σημείο στίξης «δυνατά, δυνατά και καθαρά», με το που τελειώνει γυρνάω στον διπλανό μου στο ακροατήριο και του εκμυστηρεύομαι περήφανος: «το δικό μου είναι».

Συγγνώμη, συγγνώμη από μένα και τη δασκάλα και από όλους μας, ακριβό μου πλάσμα.

συνωστισμός εκεί πίσω

Μπάλες χωρίς γυαλάδα, σακάτηδες αηβασίληδες, γέροι τάρανδοι, αποτυχημένα χειροποίητα, ξεφτισμένα αστέρια, ξεφλουδισμένες γιρλάντες, λαμπιόνια δίχως φως και σκοπό. Και στα κλαδιά αντί για ψεύτικο χιόνι να επικάθεται το ψεύτικο είναι της χρονιάς, οι βραχύβιες ενοχές, τα βλέμματα που αποστράφηκαν, η βιαστική αλλαγή μυαλού και καναλιού. Οι υποσχέσεις, οι προφητείες και τα σχέδια που μείναν υποσχέσεις, προφητείες και σχέδια. Όλες οι πικρές κουβέντες. Όλο το χαμένο νόημα. Το αντίτιμο της ισοπέδωσης. Ο βήχας της ματαιοδοξίας. Η μάσκα απ΄το καρναβάλι καλής πρόθεσης. Το σαράκι που τσιμπολογάει από μέσα την αισιοδοξία μας και οι μετεωρίτες που ρημάζουν από έξω την ασπίδα μας. Είναι κρεμασμένο εκεί, στα αφέγγιστα κλαδιά του, ό,τι ενοχλεί τον αμπαλαρισμένο κόσμο μας, ό,τι θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να αποδιώξουμε.

Τη νύχτα που ο ψευτομουσάτος θα σε επισκεφτεί θα αφήσει και από κει κάτω ένα κουτί που θα γράφει «δώρα». Θα το ανοίξεις λαίμαργα κατασκίζοντας το περιτύλιγμα κι ούτε που θα προσέξεις ότι η πλήρης ετικέτα έγραφε «από την Πανδώρα». Ίσως τότε φοβόσουν και δίσταζες να το ανοίξεις, μπορεί κάποιος ιός να ξεπηδήσει και σου κολλήσει καμιά αρρώστια, να, σαν εκείνη που σε κάνει να νοιάζεσαι πραγματικά και full-time για τους άλλους, άντε μετά να τρέχεις σε γιατρούς, σε πρακτικούς και σε talk-show για να την αποτινάξεις και να ξαναγιάνεις.

Περίεργο, όλο αυτός ο μύθος, πόσο αβάσταχτη ανάγκη εξυπηρετεί, σα να ‘μαστε κόμικ που κουβαλάμε στο σακίδιο μας μια τρύπα, δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο να την ξετρυπώνουμε από εκεί αυτήν την τρύπα, τη στρώνουμε μπροστά στα πόδια μας, παίρνουμε φορά και βουτάμε τραγουδώντας μέσα της, και η τρύπα μέσα είναι ένα πολύφωτο, τρελό, ξέγνοιαστο, μεταλλαγμένο roller coaster, εισπράττουμε όλη τη χαρά αλλά χωρίς να φοβόμαστε τη βουτιά στο

κενό.

hole

αρκεί να κόβεις ό,τι σε ενοχλεί

Επέστρεψε από τη χαοτική megadance σάλα όπου είχε περάσει 106 λεπτά παρατηρώντας απαθής τις δυο επόμενές του γενιές να χτυπιούνται με άγνωστα τραγούδια. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα του, τα πέταξε στο πάτωμα. Ξανά και ξανά και ξανά. Δύο μετά τα μεσάνυχτα βγήκε γυμνός στο μπαλκόνι και τ’ άπλωσε να αεριστούν. Συνέχισε με τα δάχτυλά του. Η ιδέα και μόνο ότι είχε ακουμπήσει πράγματα (το ποτήρι, το σκαμπό, τη μαξιλάρα) που για χρόνια άπειρες στρώσεις καπνού είχαν επικαθίσει πάνω τους του προκαλούσε αηδία. Τα έτριψε μέχρι εξαντλήσεως. Μπήκε στην ντουζιέρα. Διπλή δόση αφρόλουτρου. Διπλή δόση σαμπουάν. Ένιωθε τη βρωμερή νικοτινούχα οσμή να αποκολλάται από τα μαλλιά και το σώμα του και να ουρλιάζει περιδινούμενη στο σιφόνι. Ξάπλωσε στα σκοτεινά στον καναπέ. Τίποτα να μη μυρίζει, τίποτα να μην αγγίζει. Μόνο το αρωματικό τσάι και τη ροή στο λάρυγγά του μήπως και καθαρίσει το δηλητηριασμένο μέσα του.

Ως πότε θα θυσίαζε υγεία και ευεξία στο βωμό μιας αμήχανης κοινωνικής ζωής; Ο αντικαπνιστικός νόμος ήρθε την καταλληλότερη στιγμή. Τον σιγοντάρισε με μια δραστική μεταβολή στην ανθρωπογεωγραφία της διασκέδασης: λιγότερα τετραγωνικά μέτρα, μεγαλύτερες ηλικίες.

3 ενότητες και φινάλε

εκεί που σκαλώνει η γλώσσα

Ένα μήνα μετά κι ακόμα δεν είχε ξεστομίσει αυτό το όνομα. Δεν είχε προσπαθήσει καν. Η προσπάθεια προϋποθέτει αυτοπεποίθηση και μια καταρχήν συμφωνία με τις προσωπικές εμμονές για παύση πυρός. Δεν τα ΄χε καταφέρει. Και να που τώρα, τόσες μέρες μετά τη βάπτιση κι ακόμα να φωνάζει «μπέμπη» και «μπέμπη» επιτείνοντας τη σύγχυση στο μικροσκοπικό μυαλουδάκι.

Δεν ήταν ίδιος με όλους τους άλλους. Με τη γυναίκα του, την οικογένεια, τους θείους, ακόμα ακόμα και με τη μάνα του, που ξεπερνώντας την αρχική δυσκολία είχαν ευθυγραμμιστεί με τη νέα ονοματοδοσία. Γιατί εκείνος ήταν ο μόνος που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της αλυσίδας, τα μάτια του να αλληθωρίζουν, ένα να κοιτάει προς τα πάνω, ψηλά, να θυμάται όσα ήταν κάποτε χειροπιαστά και τώρα αέρας και αναμνήσεις, και το άλλο να χαμογελάει χαμηλά, παρατηρώντας και μετέχοντας στο θαύμα της εξέλιξης. Αυτός που σε γέννησε και αυτός που γέννησες εσύ. Τι μπλέξιμο, είναι τόσο παράδοξο και τόσο ειρωνικό το γενεαλογικό εργαστήρι. Και άντε τώρα να αντικαταστήσεις τα επίθετα σκληρός, δίκαιος, γκριζαρισμένος και άπιαστος με τα μικρός, βελούδινος, αθώος και ανένταχτος.

Δοκίμασε τρόπους και τερτίπια. Χωρίς αποτέλεσμα. Χάπια μυοχαλαρωτικά. Τίποτα. Ο Φοίβος να τραγουδάει πακοτίνια. Τίποτα. Ο μπόμπιρας να περπατάει στην άκρη του μπαλκονιού. Τίποτα.

Κάποτε πήγε στο ληξιαρχείο για τη δήλωση. Συμπλήρωσε τα χαρτιά. Τετράγωνα monospaced κουτάκια που το καθένα χωρούσε ένα γράμμα, σαν τα τετράδια στο δημοτικό που μαθαίναμε αριθμητική – ήταν ώρα να μάθει ένα πράμα κι εδώ. Το όνομα ίσως να μην είναι η ιστορία μας, παρά μόνο η ετικέτα μας. Και το όνομα του πατέρα του μπορεί να το είχε γράψει ίσαμε έξι χιλιάδες φορές στην απέραντη ελληνική γραφειοκρατία, αλλά να το είχε φωνάξει ποτέ; Ποτέ. 

boxtrolls

Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στη φημισμένη οχυρωμένη άρνησή του. Ήταν ώρα για κάποιον βολικό συμβιβασμό. Το όνομα: ούτε ιστορία ούτε ετικέτα. Ένα φίλτρο διπλής όψης, στους έξω αφήνει να περνάνε όλα τα σπουδαία, τα επικίνδυνα, τα τραχιά, όσα δηλαδή σε κάνουν άντρα, για τους κοντινούς, όμως, είναι εκεί για να τους θυμίζει όλα τα γλυκά κι ασήμαντα και μηδαμινά, όσα δηλαδή σε κάνουν άνθρωπο.

κυνηγώντας τη δραπετσώνα μου

Πρωί πρωί μαζευτήκαμε στα γραφεία. Είχαμε να ετοιμαστούμε για την πορεία. Ένιωσα μια ξαφνική αδιαθεσία. Η μυρωδιά από τα σπρέι μού ανακάτεψε τα σωθικά. Τα στειλιάρια των πανό ερέθισαν το δέρμα μου. Οι ασύμμετρες γραμματοσειρές των φυλλαδίων πλήγωσαν τα μάτια μου. Μια καρμίνα μπουράνα από τα πίσω ηχεία έξυσε άγαρμπα τα αυτιά μου. Ζαλίστηκα. Παραπάτησα. Έτρεξα στο κυλικείο για ένα πρόχειρο τοστ. Πριν καν κατεβάσω την πρώτη μπουκιά ξέρασα πάνω στο ντοσιέ με το μοναδικό αντίτυπο με τη σειρά των συνθημάτων. Άξαφνα, λες κι ήμουν το κέντρο του δωματίου – απόλυτη σιγή κι όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου. Τι σου συμβαίνει;

Τι του συμβαίνει; 

η ατέλειωτη επανεκκίνηση

Άστοχη κουβέντα. Ανείπωτο αστείο. Αδέξια κίνηση. Ψυχοφθόρο ατύχημα. Κρύο φιλί. Απρόθυμη αγκαλιά. Χαλάρωση. Απροσεξία. Αδόκιμη συμβουλή. Χαμηλές πτήσεις. Αναβλητικότητα. Ψεύτικα όνειρα. Απουσία καθοδήγησης. Διεστραμμένη πραγματικότητα. Στοργή με το σταγονόμετρο. Ποτάμια σκληράδας. Φόβος για αύριο. Φόβος για τα επόμενα πέντε λεπτά. Πρόχειρο σχέδιο. Νομίζεις πάντοτε ο άνεμος θα ΄ναι ούριος.

retrip

Μετά το κάθε λάθος λες: «όχι πια, θέλω λευκό ποινικό μητρώο, τα σβήνω όλα και πάλι από την αρχή». Μια ζωή σε επανεκκίνηση. Ένας μικρός, πολυ αμήχανος Οδυσσέας. Ξεκινάς το ταξίδι και στο πρώτο αφιλόξενο λιμάνι, στον πρώτο Κύκλωπα, πάντοτε γιγάντιος, πάντοτε απειλητικά ανυπέρβλητος, το σκας όπως όπως και επιστρέφεις στην Τροία ελπίζοντας σε ανασύνταξη και μια πιο στρωτή πλεύση. Αλλά οι αέρηδες της ανεμελιάς, της άγνοιας και της επιπολαιότητάς σου έχουν χίλιους τρόπους για να φυσάνε και χίλια δύσβατα νησιά για να σε ρίξουν. Εσένα και το πλήρωμά σου. Ή μήπως είσαι εσύ το πλήρωμα, ο μάγειρας, ο μούτσος, τόσα χρόνια ανεμοδαρμένων στραβοτιμονιών το καπετανλίκι θα ΄πρεπε να ΄ναι το τελευταίο πράμα να σε νοιάζει.

Κι έτσι, ποτέ δε συνεχίζεις. Ποτέ δε μαθαίνεις. Ποτέ δεν προβλέπεις. Δε θες να θυμάσαι. Έχεις εκείνο το σακί με λωτούς κι όποτε ξαναπατάς τα πόδια σου στην κουρσεμένη Τροία τρως έναν από δαύτους και παραδίδεσαι άσπιλος στην επόμενη πλεύση. Σιγά σιγά συνειδητοποιείς ότι έχεις περάσει περισσότερα χρόνια εκεί, στην Τροία, παρά στην Ιθάκη ή τη θάλασσα. Εκείνη έχει γίνει πια η πατρίδα και ο νόστος σου. Ω, ίσως τελικά όλοι τους να είχαν άδικο, δεν μετράει ο προορισμός, ναι, αλλά ούτε και το ταξίδι, μεταλλαγμένος σίγουρα ο πρώτος, αβέβαιο και ύπουλο το δεύτερο, η αφετηρία, όμως, μια στερεή βάση κάτω από τα πόδια σου, το σημείο μηδέν, εκεί όπου μπορείς ακόμα να ελπίζεις ότι δε θα επαναλάβεις τα ίδια σφάλματα. Tabula rasa.

Μόνο που όλο αυτό, η φρεσκάδα και η καθαρότητα της κάθε πρώτης φοράς είναι μια φενάκη. Γιατί όσο κι αν θες εσύ να σβήνεις τα επεισόδια που σου παραλύουν το μυαλό και σου κατατρυπούν τον εγωισμό, άλλο τόσο κι εκείνα έχουν βρει τον τρόπο τους για να αφήνουν μια μικρή χαρακιά πάνω σου και να σε σημαδεύουν. Αδιόρατη χαρακιά, ασήμαντη, ανάξια λόγου. Όταν από το καράβι σου αλλάζεις μία και μόνη σανίδα, ε, το καράβι διάολε παραμένει ουσιαστικά το ίδιο, έτσι δεν είναι; Αλλά με κάθε ταξίδι μια νέα σανίδα αλλάζεις, μια νέα χαρακιά εισπράττεις. Και τώρα κοίτα, μετά από δεκαετίες επανεκκινήσεων το καράβι σου έχει ολόκληρο αλλάξει – οι σανίδες κακοστερεωμένες τρίζουν. Κι εσύ είσαι όλος μια τεράστια άναρχη χαρακιά που το στιλέτο του χρόνου έχει ζωγραφίσει πάνω σου, τα χέρια σου μουδιασμένα, πονάς παντού και κάνεις πώς δεν ξέρεις το γιατί.

Ετοιμάζεσαι για το επόμενο ταξίδι. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρεις. Δε θα ‘ναι η ιθάκη. Κι ούτε κάποιο άλλο νησί. Μόνο το Βούλιαγμα – εκεί θα φτάσεις. Θα παραδοθείς αμαχητί. Θα ‘ναι ένα τέλος κι αυτό.

ρεφρενίτιδα

Ζούσε μέσα στα ρεφρέν.

Δεν ήξερε καλά αγγλικά κι έτσι καταλάβαινε μόνο το εύληπτο κομμάτι του τραγουδιού, το σημείο όπου όλοι -από τον πιο άσημο ως τον πιο σπουδαίο- κατεβάζουν ταχύτητα, εκεί όπου οι κιθάρες και η ντραμς ηρεμούν, η άρθρωση ξεκαθαρίζει, οι στίχοι μετατρέπονται σ’ ένα ενήλικο «λόλα-να-ένα-μήλο». Η δομή του υπόλοιπου τραγουδιού λίγο τον ενδιέφερε. Καθώς δε θα ‘βρισκες ίχνος μουσικής παιδείας επάνω του δίσταζε να ενθουσιαστεί με ένα σπουδαίο ριφ, με μια εισαγωγή βαρβάτη, με μια εναλλαγή στο τέμπο και τα όγδοα – φοβόταν μήπως η άγνοιά του τον παρασύρει σε μια τραγικά άστοχη εκτίμηση. Όχι, όχι, το τραγούδι ήταν απλώς ο δρόμος και η επωδός ο προορισμός – οι τρεις τέσσερις εκείνοι στίχοι που συμπύκνωναν όλο το μήνυμα που επιθυμούσε να μεταδώσει ο καλλιτέχνης. Ήταν το απαύγασμα, το στιγμιαίο σκανάρισμα, η εγκάρσια τομή του δέντρου που αποκάλυπτε μεμιάς όλα τα μυστικά του, ήταν ο λόφος που ανέβαινε το τραγούδι ξανά και ξανά και ξανά ώστε να προσφέρει ένα υπερώο στους πιστούς του για να το θαυμάζουν.

αδιάφοροι στίχοι, ατελής σύνθεση, τραβηγμένη ερμηνεία 

θέρμανση χωρίς θέρμη

kissingbench

Στη συνέλευση της νεόδμητης πολυκατοικίας για την πολιτική θέρμανσης απρόσμενες διαφορές αναδύθηκαν. Όχι τόσο μεταξύ των ενοίκων, όσο μεταξύ των ζευγαριών.

η επίθεση της γιγαντιαίας ανίας 

μουσική για τον 2ο όροφο

music building

Ναι, νομίζω ήταν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. Τρώγαμε καθημερινά στη φοιτητική λέσχη, μια τεράστια για τα επαρχιακά μου μάτια αίθουσα καταδικασμένη να προσφέρει στους επισκέπτες της μόνο 2 ασφυκτικά modes: είτε σκυφτός να τρως είτε όρθιος να ψάχνεις (καρέκλα ή μαγειρευτό). Και από μουσική, ροκιές της εποχής, λες και όλοι τρελαινόμασταν ν’ ακούμε godfathers και violent femmes με τα ζυμαρικά μας. Σκέφτηκα: η μουσική εδώ είναι το συνοδευτικό μας, σαν τη σαλάτα στο τραπέζι μας, έλεος, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχετη με το κυρίως πιάτο, με αυτό που ζούμε. Βλέπεις όσο κι αν μισούσα τη ροκ μουσική ήμουν κι εγώ δέσμιος ενός από τα σύγχρονα προπύργιά της, MTV, με τη συνήθη 5ετή καθυστέρηση που παίρνει στις τάσεις για να ταξιδέψουν από την Αμερική στην Ελλάδα θεωρούσα και γω ότι αυτό που βλέπεις και αυτό που ακούς πρέπει να ορίζουν το ίδιο σημαινόμενο, αν ρωτούσες το 1988 τι σημαίνει video clip 7 στους 10 θα σου απαντούσανε «μια μίνι ταινία που εξηγεί τους στίχους των τραγουδιών»! Οπότε, ναι, με όλες τις αστοχίες και τις παραπλανήσεις του μυαλού μου, νομίζω ότι κάπου εκεί φυτεύτηκε εντός μου ο σπόρος της αρχιτεκτονικής μουσικής.

περισπούδαστο, αλλά αφελές