Πώς γεννήθηκε ο βαθμός του στρατηγού των 5 αστέρων;

Σε κάθε στρατό στον κόσμο, σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, εάν παρατηρήσει κανείς, βλέπει ότι απ’ τον απλό οπλίτη έως τον αρχηγό στρατεύματος υπάρχει μια ιεραρχική σκάλα. Ο κάθε στρατός υιοθετεί και τα δικά του διακριτικά για να δείξει αυτήν την ιεραρχία στους στρατούς της.

Εδώ, ας σταθούμε στον στρατό των ΗΠΑ, o οποίος μετράει σήμερα 242 χρόνια ύπαρξης (απ’ το 1775), και το πώς γεννήθηκε ο λεγόμενος βαθμός του στρατηγού 5 αστέρων ( five star General), που ισοδυναμεί με τον βαθμό του Αρχιστράτηγου σε πολλές χώρες.

Ο βαθμός αυτός δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, λίγους μήνες προτού ξεκινήσουν απ’ τις συμμαχικές δυνάμεις οι διαβουλεύσεις για την επιχείρηση Overlord (απόβαση στις ακτές της Νορμανδίας). Δυο στρατηγοί προτάθηκαν για την γενική αρχηγεία των Συμμαχικών στρατευμάτων, ο Βρετανός Στρατάρχης Bernard law Montgomery, και ο Αμερικανός στρατηγός (General) Dwight D. Eisenhower. Ωστόσο, μεταξύ των δυο πλευρών υπήρξε διαφωνία ως προς την ιεραρχία, καθώς οι Βρετανοί ομόλογοι των Αμερικανών, δεν μπορούσαν να δεχθούν έναν 4 αστεριών (Four star General) αξιωματούχο του αμερικανικού Στρατού, διότι οι βαθμίδα δεν ήταν ανώτερη του Στρατάρχη, αλλά όμοια.

Έτσι για να φύγουν απ’ αυτό το γραφειοκρατικό επί της ουσίας κόλλημα, οι αμερικανοί «εφεύραν» τον βαθμό των 5 αστέρων, μαζί με τον τίτλο Στρατηγός του στρατού (General of the army). Καθιστώντας τον έτσι ανώτερο απ’ οποιονδήποτε μέχρι τότε στρατηγό (ακόμη και Βρετανό). Κλείνοντας, στα πρόσφατα χρόνια τον βαθμό του 5 star General τον έφτασε ο David Petraeus, ο οποίος διατέλεσε αρχηγός στρατού και από το 2011 έως το 2012 υπήρξε επικεφαλής της CIA.

Επιμέλεια κειμένου: Θεόδωρος Μοργιαννίδης, ιστορικός – ερευνητής 

Η «επιστροφή της αποκάλυψης» (1350-1450)

Η φτώχεια στον ύστερο Μεσαίωνα είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις. Κατά τη μέση περίοδο του Μεσαίωνα συντελέστηκαν οικονομικές αλλαγές όπως η δημογραφική αύξηση, η οποία όμως υποδιαιρούσε τους αγροτικούς κλήρους τόσο πολύ με αποτέλεσμα οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι. Παράλληλα οι συνεχείς σιτοδείες επιδείνωναν το πρόβλημα και σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια σχεδόν οι πάντες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Η λέξη «φτωχός» σήμαινε περισσότερο αδύναμος παρά οικονομικά στερημένος με τη σημερινή έννοια. Στα εκκλησιαστικά έγγραφα της εποχής αναφέρονται συχνά νουθεσίες για αρωγή προς τους φτωχούς. 

Τα δύο ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, η Αγγλία και η Γαλλία, στις αρχές του 14ου αιώνα είχαν αποκλίνοντα συμφέροντα. Η εχθρότητα ανάμεσα στις δύο ισχυρές μοναρχίες προϋπήρχε λόγω εδαφικών διεκδικησέων. Το σύνολο της σημερινής νοτιοδυτικής Γαλλίας αποτελείται τότε από το δουκάτο της Γκυγιέν και από τις προσαρτημένες περιοχές του οι οποίες με τη συνθήκη των Παρισίων το 1259 είχαν αναγνωρίσει ως κτήσεις του βασιλιά της Αγγλίας, με αντάλλαγμα την παροχή όρκου πίστης προς το βασιλιά της Γαλλίας. Ο τελευταίος όμως συνέχιζε να επεμβαίνει την αρχή που ασκούσαν οι Άγγλοι σε αυτά τα εδάφη. Επίσης η προσάρτηση της Φλάνδρας στη Γαλλία έβρισκε πάλι εμπόδιο την Αγγλία επειδή η ευημερούσα παραγωγή τσόχας της Φλάνδρας βασιζόταν στην εισαγωγή της πρώτης ύλης της (του μαλλιού) στην Αγγλία. Ο εκατοενταετής πόλεμος ήταν μία ασυνάρτητη σειρά συγκρούσεων η οποία διήρκεσε περισσότερο από έναν αιώνα και άφησε τις δύο μοναρχίες εξαντλημένες στο κατώφλι των νεότερων χρόνων.

Τον Οκτώβρη του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία από τη Μαύρη Θάλασσα. Τα πλοία ήταν γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς από την ασθένεια της πανώλης. Στην πολιορκία της Φεοδοσίας (1347), οι πολιορκητές έδεναν πτώματα ανθρώπων που είχαν υποκύψει στην πανώλη πάνω στους καταπέλτες και τα εκσφενδόνιζαν μέσα στην πόλη. Οι κάτοικοι της πόλης στη συνέχεια έριξαν όλα τα πτώματα μέσα στη θάλασσα με αποτέλεσμα να μολυνθούν από την ασθένεια. ‘Οταν οι Γενουάτες εκδιώχθηκαν αμέσως από την πόλη και συνεχίζοντας την επιστροφή προς την πατρίδα τους έσπερναν το θάνατο όπου άραζαν. Ανεβαίνοντας από τα δυτικά παράλια της Ιταλίας έφεραν το θανατικό στην Πίζα, στη Γένοβα, και τη Μασαλία. Η ασθένεια εξαπλώθηκε στις δαλματικές ακτές και μετά στη Βενετία. Τον Ιανουάριο του επόμενου έτους η πανώλη έφτασε στην Αβινιόν και τον Ιούνιο στο Παρίσι, τον Αύγουστο Καλαί και τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Μέσα σε διάστημα 16 μηνών ο πληθυσμός του Λονδίνου από 4 εκατομμύρια υποχώρησε στα 2,5. Στη Γερμανία μόνο το 1349 πέθαναν 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι. Η Ευρώπη μέσα σε λίγα χρόνια θρήνησε 25 εκατομμύρια νεκρούς, δηλαδή το ήμισυ του πληθυσμού της.

Ο Μεσαίωνας τερματίζεται μέσα σε σειρά δραματικών γεγονότων: εξεγέρσεις, σφαγές, πόλεμοι, διωγμοί και ο «μαύρος θάνατος». Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκαν ανεξάρτητα πνεύματα και σχηματίστηκαν ρεύματα τα οποία ώθησαν την ευρωπαϊκή κοινωνία σε νέες τάσεις χειραφέτησης και σε μελέτες που έδωσαν σημασία στον άνθρωπο και στη δύναμη του.

Βιβλιογραφία

• S. Berstein, P. Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τόμος 1 εκδ. Αλεξάνδρεια, 1997. 

• David Nicholas, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου, εκδ. ΜΙΕΤ, 2000

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου

Η βύθιση του Blücher ή πώς η Νορβηγία κέρδισε χρόνο το 1940

Το κατά το ήμισυ βυθισμένο γερμανικό πλοίο όπως φάνηκε με το πρώτο φως

Τα ξημερώματα της 9ης Απριλίου 1940, ένας γερμανικός στολίσκος με «οδηγό» το βαρύ καταδρομικό Blücher εισήλθε στο Oslofjord, το νορβηγικό φιόρδ που οδηγεί στο Όσλο. Όπως είναι λοιπόν προφανές, αποστολή του ήταν να καταλάβει το Όσλο και κυρίως να συλλάβει τον Νορβηγό βασιλιά Haakon Ζ’, τα μέλη του νορβηγικού κοινοβουλίου και την νορβηγική κυβέρνηση. Ο στολίσκος είχε εισέλθει σε μία ώρα διπλωματικής ασάφειας, αφού είχε επιδοθεί γερμανικό τελεσίγραφο στο οποίο όμως δεν είχε δοθεί απάντηση.

Το βράδυ της 9ης Απριλίου, μεταξύ των Γερμανών και του Όσλο βρισκόταν το παλαιό φρούριο του Oscarsborg (το βλέπετε στη μέση του χάρτη).

Το Oscarsborg ήταν ένα φρούριο που συνήθως χρησιμοποιείτο για ασκήσεις πυροβολικού. Η φρουρά του τον Απρίλιο του 1940 αποτελείτο κυρίως από νεοσύλλεκτους και κάποιους συνταξιούχους που είχαν καταταγεί ως εθελοντές. Διοικητής ήταν ο 64χρονος συνταγματάρχης Eriksen. Ο βασικός του οπλισμός ήταν 3 παράκτια πυροβόλα Krupp, των 28 εκατοστών που το 1940 μετρούσαν ήδη 50 χρόνια υπηρεσίας. Αυτό όμως που δεν γνώριζαν οι Γερμανοί ήταν πως στη βάση του φρουρίου βρισκόταν μία πυροβολαρχία με τορπίλες.

Ο γερμανικός στολίσκος είχε ήδη δεχθεί προειδοποιητικά πυρά από ένα άλλο φρούριο στην είσοδο του φιόρδ, το οποίο όμως δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει αν επρόκειτο για σκάφη γερμανικής ή βρετανικής σημαίας. Ο συνταγματάρχης Eriksen, πληροφορούμενος τις πολιτικές εξελίξεις, ήταν βέβαιος πως ήταν γερμανικά πλοία και γι’αυτό διέταξε το φρούριο να ετοιμαστεί για εμπλοκή, παρά το ότι η Νορβηγία ήταν επίσημα ουδέτερη.

Λίγα λεπτά μετά τις 4 τα ξημερώματα, οι Νορβηγοί εντόπισαν το Blücher που προπορευόταν χωρίς φώτα. Ο Eriksen έδωσε εντολή στα πληρώματα των Krupp να ρυθμίσουν τα πυροβόλα τους σε βεληνεκές 1.800 μέτρων. Στις 4:21, ο γηραιός συνταγματάρχης διέταξε την βύθιση του Blücher. Ο υπασπιστής του δίστασε να μεταφέρει την διαταγή. Τότε, ο Eriksen είπε «Είτε θα με περάσουν από στρατοδικείο είτε θα μου δώσουν μετάλλιο. Εμπρός, πυρ!». Τα νορβηγικά όπλα έπληξαν με 2 εύστοχες βολές το κατάστρωμα του καταδρομικού προκαλώντας εκρήξεις. Στη συνέχεια, το σκάφος επλήγη από 2 τορπίλες που εκτοξεύτηκαν από την βάση του Oscarsborg.

Το πλοίο έγειρε και μέχρι το μεσημέρι της 9ης Απριλίου είχε βυθιστεί. Να σημειωθεί εδώ ότι μολις στις 4:35, δηλαδή 15 λεπτά αφότου είχαν ριχτεί οι πρώτες βολές, ελήφθη από ένα νορβηγικό ναρκαλιευτικό η επίσημη επιβεβαίωση πως τα πλοία στο φιόρδ ήταν γερμανικός στόλος εισβολής. Το Blücher πήρε μαζί του στον υγρό του τάφο κάπου μεταξύ 650 και 800 Γερμανούς, μέλη του πληρώματος και στρατεύματα εισβολής. Ο υπόλοιπος γερμανικός στολίσκος υποχώρησε προσωρινά.

Η σημασία της βύθισης του Blücher είναι περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική. Με την παράτολμη απόφασή του, ο Erilksen καθυστέρησε την κατάληψη του Όσλο. Έτσι, δόθηκε πολύτιμος χρόνος τόσο στη βασιλική οικογένεια όσο και στην νορβηγική νομοθετική και εκτελεστική εξουσία να αποφύγουν την γερμανική ομηρία και να διαφύγουν προς Βορρά μαζί με τα κρατικά αποθέματα χρυσού. Με αυτό τον τρόπο, η αντίσταση συνεχίστηκε έως τις 10 Ιουνίου 1940, ενώ η κυβέρνηση κατέφυγε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 7 Ιουνίου.

Επιμέλεια κειμένου: Αναστάσιος Καρδαμάκης, φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Μποροντίνο, Μόσχα, Υποχώρηση: Η πορεία της Grande Armée στη Ρωσία

Η μάχη του Μποροντίνο το 1812 ήταν αυτή που οδήγησε τον Ναπολέοντα στην Μόσχα. Οι Ρώσοι υπό τον στρατηγό Κουτούζοφ και οι Γάλλοι φυσικά με τον Ναπολέοντα, αριθμούσαν σε πάνω από 130.000 στρατιώτες ο καθένας, καθιστώντας τη μάχη μια σύγκρουση γιγάντων.

Οι επιθέσεις του Γαλλικού στρατού, κατάφεραν να επιφέρουν μεγάλο πλήγμα στο Στρατό του Τσάρου, σε σημείο που θα χανόταν το 1/3 της δύναμης του, έτσι οι Ρώσοι επιλέγοντας να μην εμπλακούν περισσότερο με τους Γγάλλους, οδηγώντας τις δυνάμεις τους σε μεγαλύτερες απώλειες την επομένη της μάχης, διέταξαν υποχώρηση.

Η έκβαση της μάχης θα έφερνε τα γαλλικά στρατεύματα πιο κοντά στη Μόσχα την οποία και θα καταλάμβαναν. Όμως, η κατάκτηση της Μόσχας, δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την ήττα του τσαρικού στρατού. Ο Ναπολέων βρήκε μια Μόσχα άδεια χωρίς τίποτα μέσα. Θα εγκαθίστατο στα ανάκτορα του Κρεμλίνου, περιμένοντας για την επανεμφάνιση του τσαρικού στρατού. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Μία εβδομάδα από την άφιξη των Γαλλικών Στρατευμάτων, μια μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε στη Μόσχα και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της, επιτείνοντας το οξύ πρόβλημα ανεφοδιασμού, που αντιμετώπιζε. Μέχρι σήμερα μένει αδιευκρίνιστο εάν η πυρκαγιά ήταν προϊόν δολιοφθοράς ή ατύχημα.

Όσο οι Ρώσοι δεν έβγαιναν να αντιμετωπίσουν το γαλλικό στρατό, δεν υπήρχε λόγος για την εκστρατεία στη Ρωσία να συνεχιστεί, έτσι ο Ναπολέων μπήκε στη διαδικασία της επιστροφής προς τη Γαλλία. Ωστόσο η μακρά γραμμή του γαλλικού στρατού, παρακολουθούταν απ’ τους Ρώσους, και ο Στρατηγός Κουτούζοφ, έκρινε ότι έτσι θα έπρεπε να γίνει απ’ εκεί και πέρα, στενή παρακολούθηση, και αρχή ενός πολέμου φθοράς.

Την υποχώρηση του Ναπολέοντα θα την έβρισκε ο ρωσικός χειμώνας ο οποίος σιγά – σιγά θα αποδεκάτιζε τη μεγάλη στρατιά, συν τις επιθέσεις του στρατού των Κοζάκων τους οποίους ο Κουτούζοφ είχε εξαπολύσει πίσω τους ώστε να προβαίνουν σε παρενοχλήσεις του Γαλλικού στρατού.

Η καταστροφή του γαλλικού στρατού, θα έδινε το έναυσμα για την προετοιμασία μιας ενιαίας αντίστασης κατά του Ναπολέοντα και η αντίστροφή μέτρηση θα κρινόταν ένα χρόνο αργότερα (1813), στη μάχη της Λειψίας (ή όπως αλλιώς ονομάστηκε, η μάχη των Εθνών), όπου οι συμμαχικές δυνάμεις θα νικούσαν τον Γάλλο αυτοκράτορα. Η νίκη εκείνη θα ήταν που μεταγενέστερα θα οδηγούσε σε μια αλυσιδωτή πορεία πτώσης του Ναπολέοντα το 1814 και στην εξορία του στη νήσο Έλβα.

Επιμέλεια κειμένου: Θεόδωρος Μοργιαννίδης, ιστορικός – ερευνητής 

Η ιταλική παλιγγενεσία μέσα από την ελληνική ποίηση 

Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε ότι η ιταλική Παλιγγενεσία, όπως και η ελληνική έχει τις ρίζες της στην ναπολεόντεια περίοδο όταν άρχισε να ανατέλλει το άστρο του Γάλλου κοσμοκράτορα, του εμφανιζόμενου ως ελευθερωτή των σκλαβομένων λαών. 

Όταν τον Ιούνιο του 1797 τα γαλλικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην Κέρκυρα, πολλοί ήταν τότε οι Επτανήσιοι ποιητές που θέλησαν να υμνήσουν το Ναπολέοντα. 

Μεταξύ τους και ο Νικόλαος Μαρτελάος που τόνιζε: 

«Ένας στρατηγός ανδρείος

Πέμπεται οχ την Γαλλίαν

Πίπτει εις την Ιταλίαν

Κάμνει θόρυβο πολύν

 

Έτρεξαν όλα τα έθνη

Να αντισταθούν με βίαν

Μα εκείνος με ανδρείαν

Κατακόπτει τους εχθρούς.

 

Βοναπάρτης δεν φοβείται

Δε γνωρίζει τη δειλίαν

Να χαρίση ελευθερίαν

Προσπαθεί εις τους λαούς».

 Αλλά και ο Παναγιώτης Σούτσος σε εκτενή ωδή που συνέθεσε με αφορμή το θάνατο του Ναπολέοντα, θυμάται τα καταρθώματα του στην Ιταλία: 

«Εις τα ίχνη του Αννίβου καταβάς την Ιταλίαν/ εν βασίλειον αρπάζεις στρατιωτικήν σου λείαν.»

Αυτήν ακριβώς την περίοδο στην αυτοκρατούμενη Λομβαρδία σπούδαζε ένας νεαρός Επτανήσιος ευγενής, ο Διονύσιος Σολωμός. Μόλις είχε τελειώσει τις γυμνασιακές του σπουδές στο Λύκειο της Κρεμόνα και έδωσε με επιτυχία εισαγωγικές εξετάσεις που του επέτρεψαν να εγγραφεί στη Νομική Σχολή της Παβίας, από όπου θα ελάμβανε το δίπλωμα του το 1818. Και όταν λίγα χρόνια αργότερα το 1823 συνέθεσε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» περιέγραφε (στην 26η στροφή του) μεταξύ άλλων και το μένος του αυστριακού αετού για τον απελευθερωτικό αγώνα των Ιταλών:

«Σε ξανοίγει από τα νέφη

Και το μάτι του αετού

Που φτερά και νύχια θρέφει

Με τα σπλάχνα του Ιταλού.»

 Αλλά και ο Στέφανος Κουμανούδης συνέθεσε έξι τετράστιχα, εμπνευσμένα από τα κινήματα που ξεσπούσαν το 1848 το ένα μετά το άλλο στην ιταλική χερσόνησο.

«Αι κινήσεις τι είν΄ άλλο των εθνών αι τροπαιούχοι; /Πατρικώς ευλογημένοι ουρανόθεν προχωρούσι/ και νικώσαι τας χρονίους ανομίας ακυρούσι/ Ίδε ίδε πόσοι πίπτουν θρόνων άνομοι κληρούχοι!»

 Η επιτυχής εκστρατεία των Γάλλων έληξε με τη συνθήκη της Ζυρίχης στης 10 Νοεμβρίου 1859 σύμφωνα με την οποία η Λομβαρδία ενώθηκε με το Πεδεμόντιο. Την καθοριστική συμβολή της Γαλλίας (και αργότερα το 1866 της Πρωσίας) στην ιταλική παλιγγενεσία τόνιζε ο Αχιλλεύς Παράσχος με τους παρακάτω στίχους του:

«Αλλά πριν έλθουν Ιταλέ οι Πρώσοι και οι Γάλλοι/ Να θραύσουν τας αλύσεις σου, εδεέσο επόνεις/ Και θρήνου ύψωνες παντού κραυγήν απεγνωσμένην».

 Περίπου μισό αιώνα αργότερα ο Κωστής Παλαμάς εξυμνούσε με εκτενές στιχούργημα του την ηρωϊκή μορφή του στρατηλάτη Γαριβάλδη:

«Οι τραβαδούροι ας τραγουδάν την ώρα του ερχομού σου/ όταν η γη σου σκίζονταν και η μάνα σου σερνόταν/από στρατούς και τυράννους και καταπατατήδες/ και μπόρα να! Ξολοθρέμου και να! Βροχή ευεργέτρα/ κι ο Γαβριηλίδης νικητής κ΄ελεύθερη η πατρίδα».

 Συμπερασμετικά, οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις της περιόδου παραμένουν παράλληλα καθοριστικές τόσο στην Ευρωπαϊκή Δύση όσο και στον ελληνικό περίγυρο. Από τη μια πλεύρα, ο Διαφωτισμός, μέσα από την ώριμη έκφραση του εκείνης της ιδεολογίας, εκδηλώνεται από το 1789 και μετά ως ο καταλύτης της Επανάστασης, κεντρικός φορέας κοινωνικών και πνευματικών μεταρρυθμίσεων.

Βιβλιογραφία

• Νικόλαος Μαρτελάος «Ύμνος εις την περίφημου Γαλλίαν, τον αρχιστράτηγο Βοναπάρτη και τον στρατηγόν Γεντίλην» στον τόμο ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου, Επιμέλεια Γ.Θ. Ζώρα, Βασική Βιβλιοθήκη, αρ. 14, Εκδοτικός οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1958

• Παναγιώτης Σούτσος «Ωδή εις τον Ναπολέοντα Βοναπάρτην» στον τόμο Ποιηταί του ΙΘ αιώνα Επιμέλεια Κ.Θ. Δημαρά Βασική Βιβλιοθήκη αρ. 12 Α.Ε. Αετός, Αθήναι, Αθήναι

• Γεράσιμος Ζώρας «Ο Σολωμός και η Ιταλία» Περίπλους έτος 15 τεύχος 46-47, Ιούλιος 1998- Φεβρουάριος 1999

• Στέφανος Α. Κουμανούδης «Οι επαναστάσεις του 1848» στον τόμο Ποιηταί του ΙΘ αιώνα, ο.π. σελ. 181

• Αχιλλέως Παράσχου «Υπομονή» Ποιήματα τομ. ΄Γ Ανδρέας Κορομηλάς Εκδότης Εν Αθήναις 1881 313-314

• Κωστή Παλαμά, «Ηρωική Τριλογία ΄Γ Γαριβάλδης» (1907) Άπαντα τομ. Έ Μπίρης σελ.168

Επιμέλεια κειμένου: Αικατερίνη Φωτιάδου 

Θεός και Χρυσός

1492: Ημερομηνία σταθμός, για την εποχή των ανακαλύψεων του 16ου αιώνα. Η αποστολή του Χριστόφορου Κολόμβου λαμβάνει αίσιο τέλος, έχει φτάσει στην Ιαπωνία… ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο ίδιος. Στην πραγματικότητα είχε προσαράξει στο νησί της σημερινής Κούβας, έχοντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι εάν έπλεε απ’ την Ισπανία στα δυτικά θα έβρισκε έναν νέο δρόμο (πιο σύντομο) για να φτάσει στην Κίνα, και έτσι θα διευκολύνονταν οι εμπορικές διαδρομές.

Ο Κολόμβος επέστρεψε πίσω στην Ισπανία με δυο πολύτιμα αντικείμενα στα χέρια του, έναν χάρτη και τα ημερολόγια του. Τα ημερολόγια του όμως αποκτούν περισσότερο ενδιαφέρον όταν κανείς παρατηρήσει πως διατυπώνει κάποια πράγματα μέσα. Και συγκεκριμένα την ποσότητα με την οποία χρησιμοποιεί δυο λέξεις, που για εκείνη την εποχή είχαν μεγάλη σημασία.

Η πρώτη λέξη είναι Θεός, και δεύτερη χρυσός. Ενδεικτικά τη λέξη θεός την αναφέρει 26-27 φορές. Αντίθετα τη λέξη χρυσός δεν παραλείπει να την αναφέρει 114 φορές. Το εν λόγω ημερολόγιο δόθηκε ως δώρο στην Βασίλισσα Ισαβέλλα της Ισπανίας, από τον Κολόμβο. 

Κατά τους επόμενους αιώνες, η νέα ήπειρος για την οποία τον δρόμο είχε ανακαλύψει ο Κολόμβος θα γινόταν τόπος για μια απ’ μεγαλύτερες αναζητήσεις χρυσού της ιστορίας. Μια αναζήτηση που θα οδηγούσε στον αφανισμό 2 μεγάλων πολιτισμών της Λατινικής Αμερικής… και την εισαγωγή τεράστιων ποσοτήτων χρυσού στην Ευρώπη.

Επιμέλεια κειμένου: Θεόδωρος Μοργιαννίδης, ιστορικός – ερευνητής