28 Οκτωβρίου 1940

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα ύστερα από την άρνηση του Μεταξά να υποκύψει στο τελεσίγραφο το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση από την ελληνοαλβανική μεθόριο και την κατάληψη στρατηγικών σημείων του ελληνικού εδάφους. Η Ελλάδα εισερχόταν κατά αυτόν τον τρόπο στην περιπέτεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος είχε ξεκινήσει 14 μήνες νωρίτερα με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Πολωνία.
Βασικός στόχος της ελληνικής διπλωματίας ήταν η αποφυγή της εμπλοκής σε μια πολεμική περιπέτεια. Παρά, ωστόσο, τις προσπάθειες για αποτροπή της βουλγαρικής απειλής, κατευνασμό της Ιταλίας, στενή συνεργασία με τη Βρετανία και φιλικές σχέσεις με τη Γερμανία, η ελληνική διπλωματική προσέγγιση δεν κατάφερε τελικά να αποτρέψει την εισβολή.

Τα επεκτατικά αυτοκρατορικά οράματα του φασισμού και του Μουσολινι και η ανορθολογική και ακόρεστη εξωτερική πολιτική της Ιταλίας οδήγησαν τον Ντούτσε στον δικό του «πόλεμο στη Μεσόγειο». Η ιταλική επίθεση δυσκόλεψε τη συμμαχία του Άξονα με τρίτες χώρες, δημιούργησε προβλήματα στις ιταλογερμανικες σχέσεις, διέσπειρε τις δυνάμεις του Άξονα και απέσπασε μονάδες του από άλλα σημαντικά θέατρα της αναμέτρησης.

Ο Μεταξάς, εκπροσωπώντας τις επιλογές του βασιλιά και των Αγγλων και κυρίως τη θέληση του ελληνικού λαού, έθεσε φραγμο στις ιταλικές αξιωσεις. Το ΟΧΙ και η καθολική κινητοποίηση των Ελλήνων έδωσαν την πρώτη νίκη στην ηπειρωτική Ευρώπη εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Το αποτέλεσμα του πολέμου κρίθηκε από τα εδαφικά και κλιματικά δεδομένα, τη διαθεσιμότητα εμψύχου υλικού και εφεδρειών και την αγωνιστική διάθεση στο πεδίο της μάχης.

Στο πλαίσιο της κοσμογονίας αυτής υπήρξαν μεγάλης κλίμακας κοινωνικοί μετασχηματισμοί μέσα από την ενεργοποίηση συλλογικών -μαζικών αντιστασιακών κινημάτων κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εμπλοκή των κοινωνιων με την Αντίσταση διαμόρφωνε νέους συσχετισμούς, τόσο σε τοπικό όσο και σε υπερτοπικο επίπεδο. Κυρίως όμως άλλαζε και τη μορφή του πολέμου, που καθίστατο συν τω χρονω πιο επίπονος για τους ευρωπαϊκούς λαούς, καθώς δημιουργούνταν νέα δεδομένα στο εσωτερικό των κοινωνιων της εποχής, τόσο σε πολιτικο-οργανωτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο. 

Μία από τις πλέον ισχυρές κληρονομιές του πολέμου ήταν και ο αντιφασισμος, ο τονισμός των -πολλές φορές ετερόκλητων – κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που συγκροτηθήκαν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες το διάστημα 1939-45 προκειμένου να συντριβούν ο φασισμός και ο ναζισμός. Οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις, ο χωρισμός της Ευρώπης και ο Ψυχρός Πόλεμος, δημιούργησαν νέες διαιρέσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμάται η ιστορική σημασία της συγκρότησης της αντιφασιστικής συμμαχίας.

Βιβλιογραφία 

Alastair Parker, Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2004.

Χαγκεν Φλαισερ, Οι πόλεμοι της μνήμης – Ο β’ παγκόσμιος πόλεμος στη δημόσια ιστορία, αθηνα, νεφέλη, 2008.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Πειρατεία στους αρχαίους χρόνους

Ο όρος πειρατεία και τα παράγωγα πειρατής, πειραματικός κ.λπ. δεν παρουσιάζονται στον Όμηρο και τους συγγραφείς της κλασικής περιόδου (περ. 500-330 π.Χ.). Ως τότε οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τη λέξη ληστής. Η λέξη πειρατής φαίνεται να παρουσιάζεται σε επιγραφές του 3ου αιώνα π.Χ. και η πιο παλιά χρονολογείται γύρω στο 267 π.Χ. Υπάρχει και μια άλλη λέξη με την ίδια έννοια, ο καταποντιστης, που απαντά όμως σπάνια.

Η πειρατεία δεν εμφανίστηκε σαν έγκλημα ούτε ως απλή παράβαση του νόμου. Υπήρξε συνέπεια των ορων κάτω από τους οποίους ζούσαν κατά εποχές οι άνθρωποι και δημιουργήθηκε από την επιτακτική ανάγκη να αποκτησουν τα ποθουμενα με την απλή τακτική της αρπαγής.

Το επάγγελμα του ληστή ή πειρατή στον αρχαίο κόσμο δεν ήταν ατιμωτικό. Οι πειρατές της εποχής εκείνης δεν θεωρούσαν το επάγγελμα τους παράνομο, αλλά γενικά παραδεκτό και έντιμο όσο οποιοδήποτε άλλο. Ο Θουκυδίδης αναφέρει σχετικά: «ουκ έχοντος πω αισχυνην τούτου του έργου, φέροντος δε τι και δόξης μάλλον», δηλαδή «το έργο των πειρατών δεν ήταν ντροπή, αλλά αντιθέτως τους πρόσθετε κάποια δόξα». Στην Οδύσσεια ο Νέστωρ ρωτάει τον Τηλέμαχο, που μόλις έφτασε για να μάθει για την τύχη του πατέρα του: «…Ω ξένοι! Ποιοι είσαστε, από που ταξιδευετε τους θαλάσσιους δρόμους, μήπως έχετε κάποια υπόθεση η’ άσκοπα γυρίζετε σαν ληστές στη θάλασσα, που περιφερονται και ξεγράφουν τη ζωή τους πολεμώντας σε ξένους ανθρώπους και φέρνουν συμφορές». Και ο Κύκλωπας Πολύφημος την ίδια ερώτηση απευθύνει στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του.

Μια άλλη πειρατική δραστηριότητα περιγράφεται στον έβδομο Ομηρικό Ύμνο που αναφέρεται στην περιπέτεια του θεού Διονύσου που τον άρπαξαν Τυρσηνοι (Τυρρηνοι) πειρατές και τον έβαλαν στο πλοίο τους προκειμένου να εισπράξουν λύτρα. Προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να τον δέσουν και όταν είδαν να συμβαίνουν πάνω στο πλοίο παράξενα πράγματα, όπως να φυτρώνουν κληματαριές με σταφύλια στο άλμπουρο και ο θεός να μεταμορφώνεται σε λιοντάρι, πήδησαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια.

Μια αρπαγή από πειρατές περιγράφεται και στα Αιθιοπικά του Ηλιοδώρου, ένα ερωτικό μυθιστόρημα που γράφτηκε στον 4ο αιώνα π.Χ.

Οι Φοίνικες επίσης δεν φαίνεται να υστερούσαν σε εμπορικές αλλά και πειρατικές επιχειρήσεις. Η ανεπάρκεια της στενής λωρίδας ξηράς όπου κατοικούσαν, μεταξύ του Λιβάνου και της θάλασσας, να τους διαθρέψει τους ώθησε προς το θαλάσσιο εμπόριο και την πειρατεία. Από τον Ηρόδοτο η Θάσος, τα Κύθηρα και η Θήρα, από δε τον Παυσανία και η Σάμος αναφέρονται σε βάσεις των Φοίνικων και κατά τον Ηρόδοτο οι πρώτοι έμποροι που προσαρμόστηκαν στις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν οι Φοίνικες.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως Φοίνικες, Λελεγες και Κάρες παρέπλεαν τις ακτές και ενέδρευαν για κάποια καλή λεία. Αν ήταν ολιγάριθμοι προσέγγιζαν ειρηνικά τα παράλια και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους, αν όμως θεωρούσαν πως μπορούσαν να αρπάξουν ότι μπορούσαν, ιδίως γυναίκες και παιδιά που μπορούσαν εύκολα να τα πουλήσουν στις αγορές των δουλων η’ να εισπράξουν λύτρα, το έπρατταν.

Άλλη μια πειρατική φυλή ηταν οι Κιμμέριοι, οι οποίοι κατά τις αρχαίες ελληνικές παραδόσεις κατοικούσαν στις βόρειες ακτές του Ευξεινου Πόντου και ενεργούσαν επιδρομές στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε πως από τις αποσπασματικές πληροφορίες που διαθέτουμε από τους αρχαίους συγγραφείς δεν έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες πειρατείας για την περίοδο της 2ης χιλιετίας π. Χ., καθώς δεν υπάρχει τέτοια δραστηριότητα που να διαφοροποιείται από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Χονδρικά αυτή η δραστηριότητα αρχίζει να παρουσιάζεται περίπου γύρω στο 800-500 π.Χ. και να διαφοροποιείται ουσιαστικά στην περίοδο 500-330 π.Χ., όταν αρχίσουν να αναπτύσσονται πόλεις -κράτη με πολίτες και οργανωμένους στρατούς που έπαιρναν μέρος σε μεγάλου πλέον μεγέθους μορφές πολεμικών επιχειρήσεων.

 Βιβλιογραφία

Θουκυδιδου Ιστοριαι Ι. 5

-Ομήρου Οδύσσεια γ 71-75

-Αργυρού Σ.Φ., Η πειρατεία. Ιστορία και Θρύλος, Αθήνα, 1956

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Η ιστορία του σιδηροδρόμου στην Ελλάδα 

Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, ο σιδηρόδρομος ταυτίζεται με τη διερεύνηση του καπιταλισμού στα όρια της εθνικής αγοράς και λίγο αργότερα με το πρώτο κύμα διεθνοποίησης του συστήματος. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, μετουσιώνεται σε μέσο ένταξης στο διεθνές σύστημα, με έντονα τα ιδεολογικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Τα ίχνη αυτής της μετουσίωσης είναι ορατα σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής σιδηροδρομικής ιστορίας.  

Ο Μαυροκορδάτος διατυπώνει εδώ το όραμα του εξευρωπαϊσμού και την πολιτική της εσωτερικής ανάπτυξης. Η εφεύρεση του ατμού και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει καθιστούν απαραίτητη την εισαγωγή του και στην Ελλάδα. Η εισαγωγή και καθιέρωση του συναρτώνται ευθέως με τον «πολιτισμό» και την «ευπορία». Σε ένα κόσμο που αλλάζει χάρη στις τεχνολογικές ανακαλύψεις, η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει αμέτοχη. Η Ελλάδα ήταν, όπως επισήμανε ο Μαυροκορδάτος, από τις λίγες επικράτειες της Ευρώπης οι οποίες δεν διέθεταν σύγχρονα «μέσα ταχείας συγκοινωνίας».

Τα μεγάλα έργα (δρόμοι, διώρυγες, σιδηρόδρομοι), η προώθηση της επίλυσης του σιτικού προβλήματος μέσω του θεσσαλικού πειράματος, η χρησιμοποίηση του συστήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα μεγάλα εξωτερικά δάνεια για την κάλυψη των πολεμικών δαπανών, οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, η διόγκωση των φόρων, οι προστατευτικοί δασμοί, όλα συνιστούν στοιχεία μιας φιλόδοξης παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής, που το κόστος της θα αντισταθμιζόταν από τις νέες δυνατότητες που θα διανοίγονταν με την επέλευση των μεγάλων γεωπολιτικών αλλαγών στη Βαλκανική και τη δημιουργία μιας μεγάλης Ελλάδας. Η καθυστέρηση αυτών των εξελίξεων, σε συνδυασμό με την μη επίλυση και σωστή αντιμετώπιση του σταδιφικου προβλήματος, συνέδραμαν στην εξωτερική χρεοκοπία του 1893.

Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου στα τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης που ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) συντελέστηκε την περίοδο 1871-1965, κάτω από δύο διαφορετικά πλαίσια, το οθωμανικό και το ελληνικό. Τον Ιούνιο του 1873 τέθηκε σε λειτουργία και το τμήμα γραμμής Αλεξανδρούπολη-Πύθιο-Αδριανουπολη, μήκους 149 χλμ. Η χρηματοδότηση των έργων κατασκευής εξασφαλίστηκε από την εταιρεία που ίδρυσε ο βαρόνος Μόρις ντε Χιρς ( Maurice de Hirsch), τραπεζίτης με διεθνείς διασυνδέσεις στους οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους της εποχής. Η κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου στα μεγαλύτερα νησιά της Μεσογείου ξεκίνησε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. 

Η δημιουργία περιφερειακού δικτύου κάθε άλλο παρά λειτούργησε αποτρεπτικά για τη σιδηδρομικη σύνδεση της ελληνικής πρωτεύουσας με τη συνοριακή γραμμή (που έως το 1912 βρίσκεται στη Θεσσαλία). Παρά τη συνεχή επαναφορά του ζητήματος στο Κοινοβούλιο, η κατασκευή της γραμμής Πειραιάς -Λάρισα -σύνορα μετατέθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Μετά την έκπτωση δύο αναδόχων του Γάλλου Λ. Περντού (L. Perdoux) και του Αγγλου Εκερστλι (W. Eckersley) στη δεκαετία του 1880, η γραμμή τελικά θα κατασκευαστεί από γαλλική κοινοπραξία την περίοδο 1900-1909 και το 1920 θα αποτελέσει τμήμα των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους.  

Το 1983 ιδρύθηκε ο σύλλογος «Φίλοι του Τρένου» ο οποιος έδωσε πεισματικές μάχες για να κρατήσει τους αρμόδιους φορείς και να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις που συναντούσε – και δεν ήταν λίγες. Το Μάιο του 1985 με απόφαση της υπουργού πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, το τρένο, το τροχαίο υλικό και όλες οι κτιριακές εγκαταστάσεις χαρακτηρίστηκαν «ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία». Το 1991 οι «Φίλοι του Τρένου» συνέβαλαν στην ίδρυση και λειτουργία του Σιδηροδρομικού Μουσείου στο σταθμό του Βόλου.  

 Βιβλιογραφία

Νικ. Κτενιαδης, Οι πρώτοι Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι, Αθήνα 1936

– Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Οι Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι 1882-1910, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1982

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Οι επιπτώσεις της γαλλικής επανάστασης στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου 

Η Ευρώπη του 18ου αιώνα αποτελείτο από ένα σύστημα κρατών των οποίων τα σύνορα ήταν με σαφήνεια καθορισμένα και οι κυβερνήτες τους ήταν απόλυτοι μονάρχες εντός των βασιλείων τους. Οι αμοιβαίες σχέσεις ρυθμίζονταν στη βάση ενός συγκεκριμένου διπλωματικού πρωτοκόλλου που διεποταν από σαφείς αρχές Διεθνούς Δικαίου. Οι μεταξύ τους πόλεμοι διεξάγονταν βάση ενός εξίσου καλά καθορισμένου πρωτοκόλλου από επαγγελματικές και ένοπλες δυνάμεις που στρατολογουνταν από ολόκληρη την Ευρώπη και διοικούνταν από ένα σχεδόν κατά τον ίδιο βαθμό διεθνές αριστοκρατικό σώμα του οποίου τα μέλη συνδέονταν με δεσμούς συγγένειας.

Οι μοναρχίες του παλαιού καθεστώτος ήταν αναγκασμένες να κάνουν με μεγάλη προσοχή τους στρατιωτικούς υπολογισμούς: η συντήρηση τακτικών δυνάμεων ήταν ένα βαρύ φορτίο για τα δημόσια ταμεία τους. Για ένα επαναστατικό όμως έθνος, όπως η Γαλλία, οι αριθμοί δεν είχαν καμία σημασία. Το 1793 ο διαθέσιμος αριθμός εθελοντών είχε πια εξαντληθεί. Έτσι λοιπόν ο Νόμος της 23ης Αυγούστου θέσπισε ότι «από σήμερα και ωσότου οι εχθροί μας εκδιωχθούν από τα εδάφη της Δημοκρατίας, όλοι οι Γάλλοι βρίσκονται σε διαρκή στρατιωτική επιστράτευση».

Η μη τήρηση αυτών των περιορισμών με τη μορφή αποθησαυρισμού ή δοσοληψιών στη μαύρη αγορά, τιμωρείτο με θάνατο. Η κατασκευή οπλων, πυρομαχικων, στολών και εξοπλισμού ήταν οργανωμένη σε εθνική βάση. Ακόμη και οι επιστήμονες είχαν επιστρατευτεί για την επίλυση προβλημάτων που αφορούσαν τη μεταλλουργία, τα εκρηκτικά, τη βαλλιστική και άλλα ζητήματα σχετικά με την κατασκευή οπλων.

Η αντεπαναστατική συσπείρωση των Ευρωπαίων ηγεμόνων προκάλεσε, ωστόσο, ρήξη στο εσωτερικό μέτωπο της Γαλλίας. Εκδηλώθηκαν φιλοβασιλικές εξεγέρσεις. Για την αντιμετώπιση της κρίσης σχηματίστηκε, με τη συγκατάθεση της Συμβατικής Συνέλευσης, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας με επικεφαλής αρχικά τον Δαντον και στη συνέχεια, από τις 27 Ιουλίου 1793 ως τις 27 Ιουλίου 1794, τον Ροβεσπιέρο.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, που ονομάστηκε Περίοδος της Τρομοκρατίας, περίπου 300.000 άνθρωποι συνελήφθησαν με αφορμή υποψίες ότι πρόδωσαν την Επανάσταση ενώ πάνω από 17.000 εκτελέστηκαν μπροστά σε πλήθη που ζητωκραύγαζαν. Κατά την περίοδο αυτή η γκιλοτίνα έγινε το κύριο σύμβολο της Επανάστασης. Τα μέτρα αυτά αλλά και άλλες υπερβολές της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας δημιούργησαν πολλούς εχθρούς εναντίον του Ροβεσπιέρου.

Έτσι, ο πόλεμος που είχε ξεκινήσει για την άμυνα της Γαλλίας και την υπεράσπιση της Επανάστασης της μετατράπηκε σε έναν πόλεμο αρχικά λεηλασίας και στη συνέχεια κατάκτησης. Ο νεαρός Βοναπάρτης οδήγησε τις δυνάμεις του στην Ιταλία το 1796 με την απλή υπόσχεση της λεηλασίας, εγκαινιάζοντας έτσι μια σειρά κατακτήσεων, η οποία απέκτησε τη δική της κινητήρια δύναμη. Τα στρατεύματα ακολούθησαν τον Ναπολέοντα όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και στην Αίγυπτο, στη Γερμανία, στην Πολωνία και τέλος στη Ρωσία, επειδή δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση και με την προοπτική της λεηλασίας.

 Βιβλιογραφία

Howard, Michael, (2000), Ο ρόλος του πολέμου στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία, εκδόσεις: Ποιότητα, Αθήνα.

Φρανσουά Φυρε, Ντενι Ρισε, (1997), Η γαλλική επανάσταση. Εστία, Αθήνα.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

 

Ο Φρόυντ και οι Έλληνες 


Για όλο τον τόπο και για όλες τις ιδέες και παρατάξεις, η ανώμαλη περίοδος του εμφυλίου πολέμου, που τυπικά τελειώνει τον Αύγουστο του 1949, θα συμπαρασύρει και την ύπαρξη της εμβρυικής εκείνης ψυχαναλυτικής ομάδας, έτσι ώστε στην αρχή της δεκαετίας του 1950 να έχει μόνο μια σκιώδη ύπαρξη, καθ’ ότι η Μαρία Βοναπάρτη φεύγει οριστικά από την Ελλάδα το 1951, ο Ανδρέας Εμπειρίκος τερματίζει οικειοθελώς την ψυχαναλυτική του πρακτική και μεταναστεύει στο Παρίσι, ενώ ο Γ. Ζεβιτσιανος μεταναστεύει τελικά στη Β. Αμερική. Ο μόνος που μένει και δρα, και κλινικά δημοσιεύοντας έντονα, είναι ο νευρολόγος -ψυχίατρος Δημήτριος Κουρέτας, ο οποιος ύστερα από μια δύσκολη περίοδο μοναχικής πορείας θα εκλεγεί καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1964. 

Κρίσιμη περίοδος για τις σχέσεις των Ελλήνων με τον Φρόυντ και την ψυχανάλυση υπήρξε, χωρίς καμία αμφιβολία, η περίοδος της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Οι δημοσιεύσεις για την ψυχανάλυση -ήδη πλούσιες έστω και μη επιμελημένες την προηγούμενη περίοδο – θα οξυνθούν σημαντικά. Φροιδομαρξιστες συγγραφείς όπως ο Μαρκουζε, θα παίξουν πολλές φορές ρόλο αφύπνισης στη νεολαία. Στην Αθήνα άτυπα εισαγωγικά σεμινάρια θα γίνουν κυρίως από το περιβάλλον του Παναγιώτη Σακελλαροπουλου, ενώ η Άννα Ποταμιάνου θα παραιτηθεί από το κέντρο ψυχικής υγιεινής που είχε η ίδια ιδρύσει, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αυτή η κατάσταση και η εξεγερτική ατμόσφαιρα, που θα κορυφωθεί με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973, θα δημιουργήσουν ένα πρόσκαιρο αλλά ισχυρό ιδεολόγημα, που συνταυτίζει την ψυχανάλυση με το σοσιαλισμό και την πρόοδο. Μπορεί αυτό το ιδεολόγημα να είχε εξ ορισμού βραχεία ζωή στα μεταπολιτευτικά πράγματα, αλλά μιλάμε πολύ εύκολα για την ψυχανάλυση και το μαρξισμό και επιτελείται συν τω χρονω μια φιλελευθεροποίηση των θεωρητικών προτάσεων στην ψυχιατρική και στο πανεπιστήμιο. Ήδη το 1977 ιδρύεται η πρώτη εταιρεία με τίτλο Ελληνική Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, συνδεδεμένη με τη σχετική εταιρεία στη Βρετανία και στελεχώνεται από επαναπατρισθέντες η’ ζώντες στην Ελλάδα ψυχαναλυτές και ψυχαναλυτικούς ψυχοθεραπευτές.

Εκτός από τους ψυχαναλυτές και τις οργανώσεις τους σε σχέση με τις διεθνείς ψυχαναλυτικές ενώσεις, από το τέλος της δεκαετίας του 1970 επιστρέφουν στην Ελλάδα διάφοροι ψυχαναλυτές, διαμορφωμένοι κυρίως στα γαλλικά λακανικά περιβάλλοντα. Ποικίλες ομάδες που εμπνέονται με τον άλφα η’ τον βήτα τρόπο από τη διδασκαλία του Ζακ Λακάν βρίσκονται κυρίως εγκατεστημένες στην Αθήνα αλλά και τη Θεσσαλονίκη και παρουσιάζουν μια εκπαιδευτική, κλινική και εκδοτική δραστηριότητα. Το πρώτο ψυχαναλυτικό συστηματικό περιοδικό εκδιδεται το 1997, Εκ των Υστέρων. Έχει δημοσιεύσει μέχρι τώρα 11 θεματικά τευχη. Συγχρόνως, όχι τόσο μια ποσοτική αύξηση των ψυχαναλυτικών εκδόσεων αλλά κυρίως μια ποιοτική βελτίωση και στις μεταφράσεις και στον τρόπο παρουσίασης ποικίλων θεωριών περί ψυχανάλυση. Παράδειγμα είναι η έκδοση σημαντικού Λεξιλογίου της Ψυχανάλυσης των Λαπλανς και Πονταλις.

Ενώ γενικά μια θετική ατμόσφαιρα για τα ψυχαναλυτικά πράγματα υπάρχει και στην κοινωνία και στην εκπαίδευση στην αρχή του 21ου αιώνα αυτό το οποίο δεν έχει μέχρι στιγμής επιτευχθεί είναι μια κάποια διήθηση των κλινικών ψυχαναλυτικών ιδεών στη λειτουργία των ψυχιατρικών και ψυχολογικών θεσμών. Έτσι δεν συναντάμε ακόμη σήμερα στην Ελλάδα αυτό που υπήρξε η μεγάλη πρόοδος πρακτικά στο σύνολο των βορειοανατολικών χωρών : τη δυνατότητα να έχει κάποιος ψυχαναλυτική, ψυχοθεραπευτική βοήθεια μέσα από δημόσιους φορείς η’ από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα. Αυτό συμπαρασύρει το γεγονός ότι κατά κανόνα τα ασφαλιστικά συστήματα δεν καλύπτουν τις ψυχοθεραπείες, αλλά τούτο συμβαίνει ανεξάρτητα σχολής και απόψεων. Ο εγκλωβισμός της ψυχαναλυτικής πρακτικής σε αποκλειστικά ιδιωτική δραστηριότητα την καθιστά προβληματική μέσα στην κοινωνία και ευοδωνει τη γνώση σε όλους κατάχρηση των ψυχοφαρμάκων και της απρόσωπης συνταγογραφιας. 

Χωρίς αμφιβολία, η καθυστέρηση η οποία χαρακτηρίζει τα ελληνικά ψυχαναλυτικά πράγματα παράλληλα με άλλες γνωστές καθυστερήσεις σε άλλους τομείς θα καλυφθεί μετά δυσκολίας αλλά εν τέλει η αλλαγή είναι μεγάλη.

Βιβλιογραφία

Θ. Τζαβάρας, Βραχύ ιστόρημα της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, Νέα Εστία τ. χ. 1745

-Λένα Ατζινα, Η μακρά εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα , Εξάντας /Τριαψις λόγος, Αθήνα, 2004.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

«Εκπολιτίζοντας» τη Μακεδονία 

Ινδοί στρατιώτες του βρετανικού στρατού εκπαιδεύονται στη χρήση αντιεσφυξιογόνου μάσκας κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο

Να βάλουν τάξη στο χάος: να πως έβλεπαν πολλοί Βρετανοί και Γάλλοι αξιωματικοί το έργο τους. Οι αναγκαιότητες του πολέμου από το 1915 και μετά, άλλωστε αποδείκνυαν πόσο η «ανθρώπινη ενεργητικότητα» και η δύναμη της θέλησης μπορούσαν να επιβληθούν σ΄ ένα τόπο και στους ανθρώπους του. Η Μακεδονία- μια λέξη γεμάτη συνειρμούς για τους Ευρωπαίους- απλωνόταν μπροστά τους σαν ένας τόπος δυνητικά πάρα πολύ εύφορος, που πήγαινε στράφι λόγω της ακυβερνησίας και της παθητικότητας και που με το πέρασμα των αιώνων, είχε μεταβληθεί από σύμμαχος του ανθρώπου σε εμπόδιο και πρόσκομμα. Ένα σχετικό παράδειγμα στάθηκε η εκστρατεία ενάντια στην ελονοσία, η οποία ευδοκιμούσε στις βαλτώδεις πεδιάδες γύρω από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Τον πρώτο μάλιστα χρόνο τα κουνούπια ήταν πολύ πιο θανάσιμος εχθρός από τον άνθρωπο και χιλιάδες στρατιώτες πέθαιναν.

Κάποια στιγμή όχι λιγότερο από το είκοσι τοις εκατό της συνολικής βρετανικής δύναμης ήταν στο νοσοκομείο. Ξεκίνησε έτσι ένα εντατικό ιατρικό ερευνητικό πρόγραμμα για τα αίτια της ελονοσίας και διανεμήθηκε ευρέως το κινίνο, τόσο στους άνδρες όσο και στον άμαχο πληθυσμό. Την Άνοιξη του 1917 οι μονάδες μετακινήθηκαν από τις κοιλάδες σε νέες, πιο ψηλές θέσεις. Οι απώλειες από την ελονοσία μειώθηκαν έτσι απότομα τα τελευταία δύο χρόνια της εκστρατείας και τέθηκαν τα θεμέλια για πιο εκτεταμένα δημόσια έργα που τα εκτέλεσε το ελληνικό κράτος στην περιοχή, όταν τελείωσε ο πόλεμος.
Το άλλο βασικό πρόβλημα υγιεινής ήταν το πόσιμο νερό, ιδίως καθώς η αύξηση της ζήτησης δεν μπορούσε να καλυφθεί από τα διαθέσιμα αποθέματα. Ο Γάλλος στρατηγός Σαράιγ δημιούργησε μια υπηρεσία ύδρευσης για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Η έλλειψη τροφίμων που προκλήθηκε από την ξαφνική συρροή των Δυνάμεων της Αντάντ τον ώθησε να συστήσει ειδική υπηρεσία εφοδιασμού, ώστε να αποκτήσει τον έλεγχο της τοπικής συγκομιδής. Ιδρύθηκε αγρονομική σχολή για την εκπαίδευση των χωρικών στις σύγχρονες μεθόδους καλλιέργειας- στα μεταλλικά αλέτρια στο σύγχρονο μηχανοποιημένο θέρισμα και αλώνισμα και πρότυπα αγροκτήματα κατέδειξαν τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα τους. Στο μεταξύ, φρέσκα λαχανικά και φρούτα εισάγονταν από τη νότια Ιταλία και πλοία-ψυγεία παρείχαν σταθερά κρέας στα στρατεύματα. Χιλιάδες άμαχοι εργάτες έστρωσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα νέους δρόμους για τη μεταφορά ανδρών και πυρομαχικών στο μέτωπο, καθώς και νέες σιδηροδρομικές γραμμές γύρω από την Θεσσαλονίκη.

Το 1919 ιδρύθηκε γαλλική αρχαιολογική υπηρεσία η οποία είχε εντοπίσει περισσότερες από εβδομήντα πρωτοϊστορικές θέσεις στην περιφέρεια διεξαγάγει πολλές ανασκαφές συλλέξει τα ευρήματα και πραγματοποιήσει εκθέσεις για τους στρατιώτες. Οι Βρετανοί δεν ήθελαν να μείνουν πίσω κι έτσι διέταξαν όλους τους άνδρες τους να αναφέρουν και αυτοί στο αρχηγείο ότι έβρισκαν.

Από το δέκατο όγδοο αιώνα κιόλας οι ντόπιοι τυμβωρύχοι και λαθρανασκαφείς ασχολούνταν με την τροφοδοσία των αγορών αρχαιοτήτων της Ευρώπης. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν τα σώματα των ανταρτών που διαγούμιζαν τις αρχαίες θέσεις στην ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης αλλά αξιωματικοί ταγμάτων. Οι Έλληνες έφοροι αρχαιοτήτων, ενοχλημένοι, γύρεψαν τη στήριξη των συμμάχων τους για να στήσουν ένα τοπικό μουσείο. Το Δεκέμβρη του 1918 πρότεινε να κάνει το Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο δωρεές από τις συλλογές τους.

 Βιβλιογραφία

H. Lake, In Salonica with our Army (Λονδίνο 1917)

-Mark Mazower Θεσσαλονίκη Πόλη των Φαντασμάτων, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Οι Ντονμέδες

Το νέο τζαμί (Τουρκ. Yeni camii) στη Θεσσαλονίκη, το κυριότερο μνημείο των Ντονμέδων της πόλης σε γαλλική κάρτ ποστάλ

Οι Τούρκοι τους έλεγαν Donmeh (εξωμότες), σχετλιαστικός όρος που έδειχνε την καχυποψία με την οποία τους αντιμετώπιζαν πάντοτε οι άλλοι. Οι ίδιοι όμως ονόμαζαν απλώς τους εαυτούς Μαμιν-Πιστοί, όρος που τον χρησιμοποιούσαν σε καθημερινή βάση όλοι οι Μουσουλμάνοι. Υπήρχαν μικρές ομάδες τους και αλλού, αλλά η τελευταία σύζυγος του Ζεβι, η Αισε, και ο πατέρας της ένας σεβαστός ραβίνος ονοματι Γιόζεφ Φιλοσοφ, ήταν από τη Θεσσαλονίκη και μετά το θάνατο του Ζεβι επέστρεψαν εκεί και συνέβαλαν στην εδραίωση της σεντας που εκείνος είχε ιδρύσει. Το 1900 η κοινότητα των δέκα χιλιάδων εβραιοισπανόφωνων μουσουλμάνων ήταν μια από τις πιο αξιοπερίεργες και βαρύνουσες στην ύστερη Οθωμανική αυτοκρατορία.  

Παρότι διέφεραν στα δογματικά ζητήματα οι τρείς φατρίες είχαν κοινά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας τη συμβουλή του ίδιου του Ζεβι, που οι δεκαοχτώ εντολές του απαγόρευαν τον προσηλυτισμό με οποιαδήποτε μορφή, παρέμειναν εξαιρετικά διακριτικοί, προστατεύοντας έτσι τους εαυτούς τους από τις υποψίες που ετρεφαν και τις κατηγορίες που διατύπωναν εναντίον τους και οι Τούρκοι και οι Εβραίοι. Ακόμα και οι προσευχές τους ήταν γεμάτες μυστικιστικούς υπαινιγμούς, ώστε οι αμύητοι να μη μπορούν ν’ αποκρυπτογραφήσουν το εσωτερικό νόημα τους.

Σταδιακά ανέπτυξαν ένα είδος μυστικιστικού ισλάμ, πήγαιναν στο τζαμί και μερικές φορές γίνονταν χατζήδες, αλλά στο σπίτι εξακολουθούσαν να μιλούν τα εβραιοισπανικά, πράγμα που κράτησε περισσότερο με τους οπαδούς του Ρούσο . Γιόρταζαν το Ραμαζάνι κι έτρωγαν τα παραδοσιακά γλυκά τη δέκατη μέρα του μήνα Μοχαρέμ, σε ανάμνηση του θανάτου Χασαν και του Χουσεΐν. Όπως η μαγειρική τους έτσι και οι δεκαοχτώ εντολές τις οποίες απέδιδαν στο Ζεβι έδειχναν καθαρά την επιρροή τόσο της μουσουλμανικής όσο και της ταλμουδικής πρακτικής. Ακολουθούσαν όλο και περισσότερο το μουσουλμανικό έθιμο να περιτέμνουν τ’ αρσενικά τους παιδιά ακριβώς πριν από την ήβη και διάβαζαν το Κοράνι αλλά αναφέρονταν στις γιορτές τους χρησιμοποιώντας το εβραικο ημερολόγιο. Ορισμένοι προσλαμβαναν ραβίνους για να διδάξουν την Τορα στα παιδιά τους.  

Το 1859, σε μια στιγμή που οι οθωμανικές αρχές άρχισαν ν’ ανησυχούν περισσότερο για τη θρησκευτική ορθοδοξία, ένας κυβερνήτης της πόλης διεξήγαγε έρευνα η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δε συνιστούσαν απειλή για τη δημόσια τάξη. Το μόνο που έκανε ηταν ν’ απαγορεύσει στο εξής τους ραβίνους να τους διδάσκουν . Μια μεταγενέστερη έρευνα επιβεβαίωσε την ευμάρεια και την εντιμότητα τους και μετά το 1875 αυτή η επίσημη παρακολούθηση ξεθύμανε. Οι Ντονμεδες άνδρες και γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της σχολικής μουσουλμανικής παιδείας στην πόλη και ξεχώρισαν στην εμπορική και πνευματική ζωή.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη το 1908, στην πρώτη γραμμή των αγωνιστών βρίσκονται Ντονμεδες καθηγητές οικονομικών, άνθρωποι του Τύπου, επιχειρηματίες και δικηγόροι και υπήρχαν Ντονμεδες υπουργοί στην πρώτη κυβέρνηση Νεότουρκων.

Οι παλιές τους κατοικίες καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του 1917 η’ στην ανοικοδόμηση που επακολούθησε. Σήμερα το κύριο μνημείο τους είναι το μεγαλόπρεπο Μπελ Εποκ Γένι Τζαμί. 

 Βιβλιογραφία

S. Deringil, The well protected domains : Ideology and the legitimation in the power of the ottoman empire, 1876-1909.

Mark Mazower, Θεσσαλονίκη η πόλη των φαντάσματων, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, 1430-1950.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Χαρακιές στο χάρτη…

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος το 1918 είχε πια λήξει σε όλα τα μέτωπα, αφήνοντας πίσω του συντρίμμια και έχοντας διαλύσει 4 μεγάλες (άλλοτε) αυτοκρατορίες (ρώσικη – αυστορουγγρική – γερμανική – οθωμανική). Εδώ θα επικεντρωθούμε στην διάλυση της τέταρτης αυτοκρατορίας, η έκταση της οποίας απλωνόταν σχεδόν σ’ ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και ένα μέρος των Βαλκανίων. Την μοίρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την αποφάσισαν οι τρείς μεγάλες δυνάμεις (συν τις ΗΠΑ) που είχαν νικήσει τον πόλεμο, κυρίως όμως η Γαλλία και η Βρετανία που είχαν και τα περισσότερα συμφέροντα στη περιοχή.

Για να αποφασιστεί το τι θα γινόταν στο κομμάτι της Μέσης Ανατολής οι μεγάλες δυνάμεις συγκάλεσαν το συνέδριο του Κάιρου, όπου θα αποφάσιζαν τις σφαίρες επιρροής με τις οποίες θα γινόταν ο καταμερισμός της Μέσης Ανατολής, των πρώην εκτάσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εδώ όμως θα προσπαθήσω να καταγράψω μια άλλη πτυχή του συνέδριου αυτού… και δυο πρόσωπα που το καθένα τους έπαιξαν διαφορετικό ρόλο στην διάρκεια τόσο του συνέδριου όσο και πριν το συνέδριο.

Πρώτα όμως πρέπει να δούμε τι αποφασίστηκε στο συνέδριο, έτσι ώστε να έχουμε μια μεγαλύτερη εικόνα του τι συνέβη. Ο σημερινός Λίβανος και η Συρία πέρασε στα χέρια των Γάλλων, ενώ η περιοχή όπου σήμερα βρίσκονται το Ισραήλ και η Παλαιστίνη πέρασαν στα χέρια των Βρετανών. Ωστόσο αυτές οι περιοχές δεν είναι τόσο κοντά σε πετρελαϊκά κοιτάσματα τα οποία να μπορούν άμεσα να τα εκμεταλλευτούν. Οι μόνες περιοχές… ήταν το σημερινό Ιράκ και Ιράν (και οι οποίες εξακολουθούν αν είναι), ο τόπος δηλαδή που ακόμα εξελίσσονται οι μεγαλύτερες διαμάχες για το ποιος θα τον εξουσιάζει. Οι Άραβες θα γίνονταν μεν νέοι άρχοντες στην περιοχή αλλά θα λογοδοτούσαν και θα ενεργούσαν με βάση τις διατάξεις του βρετανικού στέμματος. Η Μέση Ανατολή θα χωριζόταν σε σφαίρες επιρροής, και οι πληροφορίες που είχαν μαζευτεί απ’ το intelligence service την εποχή του πολέμου, για τους γηγενείς και τις θρησκευτικές διενέξεις μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως «εργαλείο» για την επίτευξή της πολιτικής που θα ακολουθούσε η Δύση στην Μέση Ανατολή τα προσεχή χρόνια.
Στο τραπέζι του Συνέδριου θα κάθονταν 2 προσωπικότητες των οποίων τα ονόματα μας είναι πολύ γνωστά, και δυο τόσο για την χρονική αυτή περίοδο αλλά και την μεταγενέστερη τους εξέλιξη.

Στο ένα άκρο είναι ο τότε υπουργός εξωτερικών Winston Churchill ενώ στο άλλο ο Tomas Edward Lawrence, πράκτορας του Intellignce Service και γνωστός ως ο «Lawrence της Αραβίας». Δυο άνθρωποι οι οποίοι εκπροσωπούσαν το βρετανικό στέμμα, ωστόσο παρακάτω θα δούμε το πώς, με βάση τους χαρακτήρες και τις θέσεις που κατείχαν στην διάρκεια των γεγονότων που παραήλθαν και εκείνων που ακολούθησαν.

Ο Churchill ήταν άνθρωπος που όπως είχε ως τότε δείξει η καριέρα του, τόσο ως πολιτικού όσο και ως στρατιωτικού, έβλεπε τα πράγματα σε πραγματικό και ρεαλιστικό χρόνο, ήξερε να αξιοποιεί τα δεδομένα που του παρέχονταν. Με μια λογική αρκετά ψυχρή και απαλλαγμένη από ιδεοληψίες και συναισθήματα, πάντα ενεργούσε για το βρετανικό συμφέρον και ό,τι ήταν πιο κοντά σε μια «μακροπρόθεσμη» εξυπηρέτηση στόχων των Βρετανών σχετικά με τις αποικίες τους και το εμπόριο (και την οικονομία τους). Τις ημέρες του συνέδριου του Κάιρου, ο Churchill έδειξε γρήγορα την προθέσεις της Βρετανίας για την Μέση Ανατολή, το ότι δηλαδή θα έπρεπε σιγά – σιγά να περάσει στα βρετανικά και γαλλικά χέρια. Ο Churchill είχε κατανοήσει ότι απ’ το 1916 με την μάχη του Somme και την εμφάνιση στο πεδίο της μάχης του πρώτου άρματος μάχης ( Mark IV), το γεγονός ότι όχι απλά είχε μηχανοποιηθεί ο τρόπος πολέμου, αλλά ότι το Mark IV έφερνε μια “επανάσταση” για τον ίδιο το βιομηχανικό κόσμο. Κατανόησε ότι ο εκσυγχρονισμένος πλέον τρόπος πολέμου, απαιτούσε και άμεση εύρεση ενεργειακών πόρων που θα επέτρεπε την συντήρηση του. Τα στοιχεία που είχε στα χέρια του, έδειχναν ότι στην τεράστια περιοχή της Μέσης Ανατολής, η οποία μέχρι πρόσφατα κατεχόταν απ’ την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν ο τόπος ο οποίος θα έδινε τους ενεργειακούς πόρους που χρειαζόταν ο ενεργειακά εκσυγχρονισμένος κόσμος. Και ο κόσμος αυτός, χρειαζόταν έναν ρεαλιστή εκπρόσωπο στο τιμόνι των αποφάσεων, ο οποίος θα ήταν ικανός να διακρίνει το τι ακριβώς χρειαζόταν ο μελλοντικός κόσμος, όταν τα κανόνια των πολέμων θα σταματούσαν να ηχούν.

Γνωρίζουμε ότι ο Churchill απ’ την αρχή της καριέρας του είχε διορατικό τρόπο σκέψης, και πάντα οι αποφάσεις που αφορούσαν την πολιτική της χώρας του ήταν «νηφάλιες» και απαλαγμένες από ιδεοληψίες και συναισθήματα τα οποία θα έβγαζαν απ’ την πορεία των στόχο της πολιτικής του.

Ο χάρτης που υπέγραψε ο Churchill, ήταν ένας χάρτης ραμμένος και φτιαγμένος για τον κόσμο που ερχόταν τις επόμενες δεκαετίες. Αν κοιτάξει κανείς το χάρτη εκείνο, για το πώς ορίστικε ο κόσμος της Μέσης Ανατολής, αμέσως μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν ένας χάρτης καθορισμένος βάση συμφερόντων, και όχι σε μια πολιτική βασισμένη σε υποσχέσεις και δεσμέσεις για το πώς Θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, όπως τον είχε δηλαδή φανταστεί ο Lawrence στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

Ο Lawrence ήταν ο άνθρωπος που επί της ουσίας με βάση τις ενέργειες του ως στέλεχος του Intelligence Service στη Μέση ανατολή είχε προσφέρει στο να ανατραπεί η κυριαρχία των Οθωμανών στην περιοχή αυτή. Ήταν άνθρωπος που κατανόησε γρήγορα τα κοινωνιολογικά προβλήματα της Μέσης Ανατολής, και είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι την ανθρωπογεωγραφία της και ήξερε καλά ότι όλη αυτή η έκταση δεν ήταν ένα στεγνό κομμάτι γης που απλά θα άλλαζε χέρια.
Για τον Lawrence έχουν ειπωθεί πολλά. Οι επιτελικοί του αξιωματικοί τον χαρακτήριζαν ως αξιωματικό με καλό στρατηγικό μυαλό (δεν είναι τυχαίο ότι είχε καταφέρει αρκετά πλήγματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Από κάποιους ανώτερους αξιωματούχους χαρακτηριζόταν ως απείθαρχος και “επαναστάτης” στις αποφάσεις του, αλλά και βαθιά ρομαντικός ως προς το πώς έβλεπε το μέλλον. Το μελανό του σημείο ήταν ακριβώς αυτός ο ρομαντισμός, και η υπερβολική προσδοκία ότι οι Βρετανοί θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις τους για την εκπλήρωση των κόπων (και του φόρου αίματος) των Αράβων, που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει και να στρέψει εναντίων των Οθωμανών. Ο χάρτης ο οποίος είχε δημιουργήσει ο Lawrence ήταν στη βάση του σχεδιασμένος σύμφωνα με την ανθρωπογεωγραφία της Μέσης Ανατολής με βάση τα στοιχεία που είχε ο ίδιος συγκεντρώσει μέσα απ’ την τριβή του στην περιοχή αυτή.

Οι χάρτες με τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες των δύο αυτών ανθρώπων έρχονταν σε αντίθεση ο ένας με τον άλλον. Του Lawrence αποτελούσε έναν χάρτη ο οποίος ήταν βασισμένος με τα βιώματα του στη Μέση Ανατολή. Βαθιά μέσα του όμως γνώριζε ότι όταν θα ερχόταν η ώρα των διαπραγματεύσεων οι ανώτεροι του δεν θα άφηναν έτσι τα πράγματα. Αντίθετα ο χάρτης του Churchill, αποτελούσε τον κόσμο του αύριο, τον ρεαλιστικό κόσμο της επόμενης μέρας, ενός μπαρουτοκαπνισμένου και διχασμένου απ’ τον πόλεμο κόσμο.

Κλείνοντας, η Μέση ανατολή με το πλούσιο υπέδαφος έως τις μέρες μας αποτελεί τόπο διεκδίκησης για τους πάντες. Ίσως εάν οι χαρακιές που είχε κάνει στο χάρτη ο Churchill για να εξυπηρετήσει τα μελλοντικά συμφέροντα της χώρας του και της Δύσης γενικότερα, είχαν συμπεριλάβει και την ανθρωπογεωγραφία του Lawrence, τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα και να υπήρχε βιώσιμο σχέδιο για τους ανθρώπους που ζούσαν πάνω στον μαύρο χρυσό. Ίσως, αν είχαν λάβει υπ’ όψιν όλους τους παράγοντες να μην είχαμε ποτέ φτάσει στα σημερινά δεδομένα των συνεχιζόμενων διαμαχών μεταξύ των φυλών και των Θρησκευτικών ερίδων (Σιίτες – Σουνίτες).

Όμως, επειδή όπως καλά γνωρίζουμε η ιστορία δεν γράφετε με αν (ή εάν), είναι γραμμένη βάση γεγονότων, και κυρίως αποφάσεων που άπαξ και παρθούν μια δεδομένη χρονική στιγμή τίποτα δεν μπορεί να το πάρει πίσω. Έτσι μιας και τίποτα στην ιστορία δεν έγκειται στο τυχαίο και το Αν … οι “χαρακιές” εκείνες του 1921, καθόρισαν πολλά απ’ τα μεταγενέστερα και δη πολλά απ’ τα γεγονότα των ημερών μας.

Eπιμέλεια κειμένου: Θεόδωρος Μοργιαννίδης, ιστορικός – ερευνητής 

Η ιστορία της γυναικείας ψήφου στην Ελλάδα 


Οι Ελληνίδες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα έναν αιώνα μετά την καθιέρωση της (ακόμη και σήμερα ως συχνά παρουσιαζόμενης ως) «καθολικής» ψηφοφορίας στην Ελλάδα. Ενώ η ανδρική ψήφος κατοχυρώθηκε ήδη με το Σύνταγμα του 1864, χωρίς να υπάρχει ρητή διάταξη που να αποκλείει τις γυναίκες, αφού, με τα δεδομένα της εποχής, κάτι τέτοιο ήταν αυτονόητο, η γυναικεία έπρεπε να περιμένει ως το 1952. Με καθυστέρηση σε σχέση με άλλες Ευρωπαίες, τόσο το δικαίωμα της ψήφου στις Ελληνίδες, όσο και τα υπόλοιπα πολιτικά δικαιώματα που κατοχύρωναν τη δυνατότητα πρόσβασης τους στα όργανα και τις λειτουργίες του κράτους, θεσμοθετηθήκαν κυρίως ως απόρροια διεθνών πιέσεων, όταν, λόγω της πολιτικής συγκυρίας, δεν τα διεκδικούσαν μαχητικά πλέον.

Η κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών-που εξυπηρέτησε και την απόκτηση μιας επίφασης δημοκρατικότητας από το μετεμφυλιακό πολιτικο σύστημα που την είχε ιδιαίτερη ανάγκη – έγινε με ερμηνευτική δήλωση στο Σύνταγμα του 1952, σχετικά με τη δυνατότητα καθορισμού του εκλογικού δικαιώματος των γυναικών με νόμο. Κάτι που έγινε τον Ιούνιο του 1952 σε κλίμα πολιτικής συναίνεσης, ενώ οι γυναίκες δεν ψήφισαν στις εκλογές της ίδιας χρονιάς, διότι «δεν προλάβαιναν να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους».

Το 1952, αναμφίβολα σημείο κορύφωσης στο ιστορικό των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών και στην ιστορία της καθολικής ψηφοφορίας στην Ελλάδα, αποτελεί κατάληξη μιας πορείας που έχει κι άλλες σημαντικές στιγμές. Με το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε σε πολλές δυτικές χώρες κατοχυρώθηκε η γυναικεία ψήφος ως αναγνώριση της εισφοράς των γυναικών στην πολεμική προσπάθεια, οι Ελληνίδες φεμινίστριες κάθε ιδεολογικοπολιτικής προέλευσης διεκδικήσαν μαχητικά πολιτική ισότητα με τους άνδρες. Στο Σύνταγμα του 1927 για πρώτη φορά αναφέρεται σε ερμηνευτική δήλωση ότι είναι δυνατό να απονεμηθούν πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες με νόμο, ενώ με προεδρικό διάταγμα οι γυναίκες πέτυχαν το 1930 το δικαίωμα του εκλέγειν μόνο στις δημοτικές εκλογές, και μόνο για τις εγγράμματες άνω των 30 ετών. Υπολογίζεται ότι οι περιορισμοί αυτοί κατέληγαν σε ένα δικαίωμα δημοτικής ψήφου για λιγότερο από το 10% του γυναικειου πληθυσμού.

Οι προσπάθειες των φεμινιστριών για τη διερεύνηση του απέτυχαν αφού σχετική απόπειρα ( μείωση του ορίου ηλικίας στα 25 και δικαίωμα του εκλεγεσθαι) καταψηφίστηκε από τη Γερουσία το 1934, ενώ στη συνέχεια ατόνησαν, λόγω των πολιτικών εξελίξεων (δικτατορία Μεταξά, πόλεμος, Αντίσταση, Εμφύλιος). Ωστόσο, στις εκλογές του Απριλίου του 1944 στην Ελεύθερη Ελλάδα συμμετείχαν και γυναίκες και μάλιστα εκλεχθήκαν πέντε εθνοσύμβουλοι γυναίκειου φυλου.

Το 1949 η ηλικία συμμετοχής σε δημοτικές εκλογές μειώθηκε στα 21 και κατοχυρώθηκε η εκλογιμότητα των γυναικών, διατάξεις που προβλεπόταν να εφαρμοστούν μετά το 1953. Έως τότε θα ίσχυε το όριο των 25 ετών, το δε δικαίωμα του εκλεγεσθαι θα περιοριζόταν μόνο σε θέσεις συμβούλων. Μετά την πλήρη κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών, το 1952, γυναίκες εκλογείς συμμετείχαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές σε τοπική αναπληρωματική εκλογή στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 1953, οπότε εκλέχθηκε η Ελένη Σκούρα, πρώτη Ελληνίδα βουλευτής, ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 1956 συμμετείχαν για πρώτη φορά σε επίπεδο επικράτειας.

Η βασική τάση που διαφαίνεται, ως προς την εκλογική συμπεριφορά ανάλογα με το φύλο στην Ελλάδα, αφορά τη σταδιακή σύγκλιση στην κατεύθυνση της ανδρικης και γυναικείας ψήφου με ορόσημο το 1985. Μέχρι τότε οι γυναίκες ψηφοφόροι ακολούθησαν το παραδοσιακό πρότυπο της δεξιότερης, σε σχέση με τους άνδρες, απόκλισης στην ψήφο, με παράλληλη αποχή η’ τουλάχιστον εξαιρετικά μικρή παρουσία σε όλες τις μορφές της θεσμοθετημένης πολιτικής συμμετοχής.

Βιβλιογραφία
-Δ. Σαμίου, 1989, «Τα πολιτικά δικαιώματα των Ελληνίδων (1864-1952)», Μνήμων, 12.

-Γ. Σωτηρελης, 1991, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα, 1864-1909, Αθήνα, Θεμέλιο.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου 

Το Ισλάμ κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας


Στη Μέση Ανατολή των αρχών του 19ου αιώνα κυριαρχούσε το πρότυπο της οθωμανικής κοινωνίας, στο οποίο μπορούσε κανείς να διακρίνει τρία βασικά δομικά χαρακτηριστικά: την ύπαρξη μιας ελίτ από την οποία στελεχώνονταν οι θέσεις της διοίκησης και της ισχυρής γραφειοκρατίας που είχε η ίδια δημιουργήσει, την κεντρική θέση ενός καλά εκπαιδευόμενου, επαγγελματικού στρατού που αναλάμβανε ένα ευρύτερο ρόλο στη διοίκηση από αυτόν της διεξαγωγής του πολέμου και την απουσία της ατομικής ιδιοκτησίας γης για τους υπηκόους που δεν ανήκαν στις δύο προηγούμενες κατηγορίες. Οι τελευταίοι είχαν μόνο δικαίωμα εκμετάλλευσης της γης που τους κατανεμόταν από το κράτος με βάση την ικανότητα τους να την καλλιεργούν και να διατηρούν ένα ικανοποιητικό επίπεδο παραγωγής.
Αξιωματούχοι της τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και αξιωματούχοι του στρατού συνέλεγαν το φόρο επί της καλλιέργειας, για λογαριασμό της κεντρικής διοίκησης, ενώ εκμεταλλεύονταν το πλεόνασμα της παραγωγής αποκομίζοντας σημαντικό κέρδος από το ρόλο τους ως μεσάζοντες. Ελλείψει, ωστόσο καπιταλιστικών δομών, αντίστοιχες με εκείνες που αναπτύσσονταν την ίδια χρονική περίοδο στην Ευρώπη (τραπεζικό σύστημα, παραγωγή κλίμακας κτλ.), η οικονομία του οθωμανικού κράτους αδυνατούσε να εκμεταλλευθεί τα κεφάλαια που δημιούργησε για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης, τη διαφοροποίηση της οικονομίας, την επένδυση σε νέες τεχνολογίες κτλ.)

Μια πρώτη αντίδραση στο ρεύμα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας θα εμφανιστεί στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Άραβες αστοί διανοούμενοι, θα επιχειρήσουν να μεταφέρουν την πνευματική ορμή της αναγεννημένης Ευρώπης στον αραβικό και ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο, για την εκ των έσω αναμόρφωση της κοινωνίας της Μ. Ανατολής. Τότε με την ανάπτυξη του κινήματος της «Αραβικής Αναγέννησης» θα τεθούν τα θεμέλια του αραβικού εθνικισμού, που θα αποτελέσει ένα αιώνα αργότερα την κινητήρια δύναμη των Αράβων και των μουσουλμάνων, γενικότερα για τον αγώνα ανεξαρτησίας. Την ίδια περίοδο γεννάται ωστόσο και ένα δεύτερο παράλληλο κίνημα, εκείνο του πανισλαμισμού, το οποίο θεωρεί ότι η αναγέννηση του μουσουλμανικού κόσμου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την άκριτη υιοθέτηση των δυτικών ημερολογίων και πρακτικών, αλλά με την επιστροφή στο επίπεδο ηθικής καθαρότητας και ορθοπραξίας της ενοποιημένης Ούμμα που λειτούργησε την εποχή του προφήτη Μωάμεθ, με την παράλληλη εφαρμογή μόνο των μεταρρυθμίσεων εκείνων που θα μπορούσαν να συνάδουν με το πρότυπο ισλαμικό μοντέλο οργάνωσης της μουσουλμανικής κοινωνίας.

Πιστεύοντας ότι η ολοκληρωτική αναμόρφωση της κοινωνίας της εποχής του δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να έχει προηγηθεί η εσωτερική και πνευματική αναγέννηση των μουσουλμάνων, ο Ιμπν Ταϊμίγια, διεύρυνε περισσότερο την κριτική του συμπεριλαμβάνοντας σε αυτή όλους όσους είχαν αλλοιώσει το «μήνυμα του Ισλάμ», όπως αυτό μεταδόθηκε και εφαρμόστηκε στην πράξη από τον Μωάμεθ και τους «Ευσεβείς Προγόνους».

Έτσι, στο στόχαστρο μπήκαν «παρρεκλίνοντες» οι θεολόγοι-φιλόσοφοι και οι Σούφι-μυστικιστές, τις πρακτικές και τις ιδέες των οποίων καταδίκασε με σθένος στα έργα του. Βασικό επιχείρημα του στην προσπάθεια ανασκευής της προσέγγισης των σοφιστών ήταν η έννοια του μονοθεϊσμού ή μοναδικότητας του Θεού η οποία στηρίζεται στην απόλυτη διάκριση μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος και συνεπώς έρχεται σε αντίθεση με την «ενότητα του όντος», που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη στην παράδοση της σοφιστικής σκέψης.

Βιβλιογραφία

-Hourani Albert, Ιστορία των Αραβικών Λαών (Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1994)

-Encyclopedia of Islam and the Muslim World, ed Martin, C. Richard (NY: Thomson Gale, 2004)

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου