Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος το 1918 είχε πια λήξει σε όλα τα μέτωπα, αφήνοντας πίσω του συντρίμμια και έχοντας διαλύσει 4 μεγάλες (άλλοτε) αυτοκρατορίες (ρώσικη – αυστορουγγρική – γερμανική – οθωμανική). Εδώ θα επικεντρωθούμε στην διάλυση της τέταρτης αυτοκρατορίας, η έκταση της οποίας απλωνόταν σχεδόν σ’ ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και ένα μέρος των Βαλκανίων. Την μοίρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την αποφάσισαν οι τρείς μεγάλες δυνάμεις (συν τις ΗΠΑ) που είχαν νικήσει τον πόλεμο, κυρίως όμως η Γαλλία και η Βρετανία που είχαν και τα περισσότερα συμφέροντα στη περιοχή.
Για να αποφασιστεί το τι θα γινόταν στο κομμάτι της Μέσης Ανατολής οι μεγάλες δυνάμεις συγκάλεσαν το συνέδριο του Κάιρου, όπου θα αποφάσιζαν τις σφαίρες επιρροής με τις οποίες θα γινόταν ο καταμερισμός της Μέσης Ανατολής, των πρώην εκτάσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εδώ όμως θα προσπαθήσω να καταγράψω μια άλλη πτυχή του συνέδριου αυτού… και δυο πρόσωπα που το καθένα τους έπαιξαν διαφορετικό ρόλο στην διάρκεια τόσο του συνέδριου όσο και πριν το συνέδριο.
Πρώτα όμως πρέπει να δούμε τι αποφασίστηκε στο συνέδριο, έτσι ώστε να έχουμε μια μεγαλύτερη εικόνα του τι συνέβη. Ο σημερινός Λίβανος και η Συρία πέρασε στα χέρια των Γάλλων, ενώ η περιοχή όπου σήμερα βρίσκονται το Ισραήλ και η Παλαιστίνη πέρασαν στα χέρια των Βρετανών. Ωστόσο αυτές οι περιοχές δεν είναι τόσο κοντά σε πετρελαϊκά κοιτάσματα τα οποία να μπορούν άμεσα να τα εκμεταλλευτούν. Οι μόνες περιοχές… ήταν το σημερινό Ιράκ και Ιράν (και οι οποίες εξακολουθούν αν είναι), ο τόπος δηλαδή που ακόμα εξελίσσονται οι μεγαλύτερες διαμάχες για το ποιος θα τον εξουσιάζει. Οι Άραβες θα γίνονταν μεν νέοι άρχοντες στην περιοχή αλλά θα λογοδοτούσαν και θα ενεργούσαν με βάση τις διατάξεις του βρετανικού στέμματος. Η Μέση Ανατολή θα χωριζόταν σε σφαίρες επιρροής, και οι πληροφορίες που είχαν μαζευτεί απ’ το intelligence service την εποχή του πολέμου, για τους γηγενείς και τις θρησκευτικές διενέξεις μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως «εργαλείο» για την επίτευξή της πολιτικής που θα ακολουθούσε η Δύση στην Μέση Ανατολή τα προσεχή χρόνια.
Στο τραπέζι του Συνέδριου θα κάθονταν 2 προσωπικότητες των οποίων τα ονόματα μας είναι πολύ γνωστά, και δυο τόσο για την χρονική αυτή περίοδο αλλά και την μεταγενέστερη τους εξέλιξη.

Στο ένα άκρο είναι ο τότε υπουργός εξωτερικών Winston Churchill ενώ στο άλλο ο Tomas Edward Lawrence, πράκτορας του Intellignce Service και γνωστός ως ο «Lawrence της Αραβίας». Δυο άνθρωποι οι οποίοι εκπροσωπούσαν το βρετανικό στέμμα, ωστόσο παρακάτω θα δούμε το πώς, με βάση τους χαρακτήρες και τις θέσεις που κατείχαν στην διάρκεια των γεγονότων που παραήλθαν και εκείνων που ακολούθησαν.
Ο Churchill ήταν άνθρωπος που όπως είχε ως τότε δείξει η καριέρα του, τόσο ως πολιτικού όσο και ως στρατιωτικού, έβλεπε τα πράγματα σε πραγματικό και ρεαλιστικό χρόνο, ήξερε να αξιοποιεί τα δεδομένα που του παρέχονταν. Με μια λογική αρκετά ψυχρή και απαλλαγμένη από ιδεοληψίες και συναισθήματα, πάντα ενεργούσε για το βρετανικό συμφέρον και ό,τι ήταν πιο κοντά σε μια «μακροπρόθεσμη» εξυπηρέτηση στόχων των Βρετανών σχετικά με τις αποικίες τους και το εμπόριο (και την οικονομία τους). Τις ημέρες του συνέδριου του Κάιρου, ο Churchill έδειξε γρήγορα την προθέσεις της Βρετανίας για την Μέση Ανατολή, το ότι δηλαδή θα έπρεπε σιγά – σιγά να περάσει στα βρετανικά και γαλλικά χέρια. Ο Churchill είχε κατανοήσει ότι απ’ το 1916 με την μάχη του Somme και την εμφάνιση στο πεδίο της μάχης του πρώτου άρματος μάχης ( Mark IV), το γεγονός ότι όχι απλά είχε μηχανοποιηθεί ο τρόπος πολέμου, αλλά ότι το Mark IV έφερνε μια “επανάσταση” για τον ίδιο το βιομηχανικό κόσμο. Κατανόησε ότι ο εκσυγχρονισμένος πλέον τρόπος πολέμου, απαιτούσε και άμεση εύρεση ενεργειακών πόρων που θα επέτρεπε την συντήρηση του. Τα στοιχεία που είχε στα χέρια του, έδειχναν ότι στην τεράστια περιοχή της Μέσης Ανατολής, η οποία μέχρι πρόσφατα κατεχόταν απ’ την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν ο τόπος ο οποίος θα έδινε τους ενεργειακούς πόρους που χρειαζόταν ο ενεργειακά εκσυγχρονισμένος κόσμος. Και ο κόσμος αυτός, χρειαζόταν έναν ρεαλιστή εκπρόσωπο στο τιμόνι των αποφάσεων, ο οποίος θα ήταν ικανός να διακρίνει το τι ακριβώς χρειαζόταν ο μελλοντικός κόσμος, όταν τα κανόνια των πολέμων θα σταματούσαν να ηχούν.
Γνωρίζουμε ότι ο Churchill απ’ την αρχή της καριέρας του είχε διορατικό τρόπο σκέψης, και πάντα οι αποφάσεις που αφορούσαν την πολιτική της χώρας του ήταν «νηφάλιες» και απαλαγμένες από ιδεοληψίες και συναισθήματα τα οποία θα έβγαζαν απ’ την πορεία των στόχο της πολιτικής του.
Ο χάρτης που υπέγραψε ο Churchill, ήταν ένας χάρτης ραμμένος και φτιαγμένος για τον κόσμο που ερχόταν τις επόμενες δεκαετίες. Αν κοιτάξει κανείς το χάρτη εκείνο, για το πώς ορίστικε ο κόσμος της Μέσης Ανατολής, αμέσως μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν ένας χάρτης καθορισμένος βάση συμφερόντων, και όχι σε μια πολιτική βασισμένη σε υποσχέσεις και δεσμέσεις για το πώς Θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, όπως τον είχε δηλαδή φανταστεί ο Lawrence στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
Ο Lawrence ήταν ο άνθρωπος που επί της ουσίας με βάση τις ενέργειες του ως στέλεχος του Intelligence Service στη Μέση ανατολή είχε προσφέρει στο να ανατραπεί η κυριαρχία των Οθωμανών στην περιοχή αυτή. Ήταν άνθρωπος που κατανόησε γρήγορα τα κοινωνιολογικά προβλήματα της Μέσης Ανατολής, και είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι την ανθρωπογεωγραφία της και ήξερε καλά ότι όλη αυτή η έκταση δεν ήταν ένα στεγνό κομμάτι γης που απλά θα άλλαζε χέρια.
Για τον Lawrence έχουν ειπωθεί πολλά. Οι επιτελικοί του αξιωματικοί τον χαρακτήριζαν ως αξιωματικό με καλό στρατηγικό μυαλό (δεν είναι τυχαίο ότι είχε καταφέρει αρκετά πλήγματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Από κάποιους ανώτερους αξιωματούχους χαρακτηριζόταν ως απείθαρχος και “επαναστάτης” στις αποφάσεις του, αλλά και βαθιά ρομαντικός ως προς το πώς έβλεπε το μέλλον. Το μελανό του σημείο ήταν ακριβώς αυτός ο ρομαντισμός, και η υπερβολική προσδοκία ότι οι Βρετανοί θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις τους για την εκπλήρωση των κόπων (και του φόρου αίματος) των Αράβων, που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει και να στρέψει εναντίων των Οθωμανών. Ο χάρτης ο οποίος είχε δημιουργήσει ο Lawrence ήταν στη βάση του σχεδιασμένος σύμφωνα με την ανθρωπογεωγραφία της Μέσης Ανατολής με βάση τα στοιχεία που είχε ο ίδιος συγκεντρώσει μέσα απ’ την τριβή του στην περιοχή αυτή.

Οι χάρτες με τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες των δύο αυτών ανθρώπων έρχονταν σε αντίθεση ο ένας με τον άλλον. Του Lawrence αποτελούσε έναν χάρτη ο οποίος ήταν βασισμένος με τα βιώματα του στη Μέση Ανατολή. Βαθιά μέσα του όμως γνώριζε ότι όταν θα ερχόταν η ώρα των διαπραγματεύσεων οι ανώτεροι του δεν θα άφηναν έτσι τα πράγματα. Αντίθετα ο χάρτης του Churchill, αποτελούσε τον κόσμο του αύριο, τον ρεαλιστικό κόσμο της επόμενης μέρας, ενός μπαρουτοκαπνισμένου και διχασμένου απ’ τον πόλεμο κόσμο.
Κλείνοντας, η Μέση ανατολή με το πλούσιο υπέδαφος έως τις μέρες μας αποτελεί τόπο διεκδίκησης για τους πάντες. Ίσως εάν οι χαρακιές που είχε κάνει στο χάρτη ο Churchill για να εξυπηρετήσει τα μελλοντικά συμφέροντα της χώρας του και της Δύσης γενικότερα, είχαν συμπεριλάβει και την ανθρωπογεωγραφία του Lawrence, τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα και να υπήρχε βιώσιμο σχέδιο για τους ανθρώπους που ζούσαν πάνω στον μαύρο χρυσό. Ίσως, αν είχαν λάβει υπ’ όψιν όλους τους παράγοντες να μην είχαμε ποτέ φτάσει στα σημερινά δεδομένα των συνεχιζόμενων διαμαχών μεταξύ των φυλών και των Θρησκευτικών ερίδων (Σιίτες – Σουνίτες).
Όμως, επειδή όπως καλά γνωρίζουμε η ιστορία δεν γράφετε με αν (ή εάν), είναι γραμμένη βάση γεγονότων, και κυρίως αποφάσεων που άπαξ και παρθούν μια δεδομένη χρονική στιγμή τίποτα δεν μπορεί να το πάρει πίσω. Έτσι μιας και τίποτα στην ιστορία δεν έγκειται στο τυχαίο και το Αν … οι “χαρακιές” εκείνες του 1921, καθόρισαν πολλά απ’ τα μεταγενέστερα και δη πολλά απ’ τα γεγονότα των ημερών μας.
Eπιμέλεια κειμένου: Θεόδωρος Μοργιαννίδης, ιστορικός – ερευνητής