Coincidentia Oppositorum
Μενέ, Θεκέλ, Ουφαρσίν (Δανιήλ Ε', 25 - 28)
.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
To Zante – Στη Ζάκυνθο – Edgar Allan Poe
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
ΚΛΑΣΣΙΚΈΣ ΕΡΜΗΝΕΊΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ - Enrico Mattievich
Ο Πλάτων δοκιμάζει μία φυσική περιγραφή της γης και της κόλασης στο «Φαίδων», βασισμένη σε μία ορθολογική ερμηνεία των αρχαίων μύθων (28). Η γη σ’ αυτή τη περιγραφή έχει σφαιρική μορφή και είναι τοποθετημένη στο κέντρο του ουρανού. Κρατιέται σε ισορροπία, μαζί με άλλα άστρα, σ’ ένα περιβάλλον ονομαζόμενο αιθέρας.
Βεβαιώνει ο Πλάτων, ότι η γήινη σφαίρα είναι πελώρια, αφού η περιοχή από τις ανατολικές ακτές της Μαύρης θάλασσας μέχρι τους στύλους του Ηρακλή δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος. Δίδοντας τον λόγο στον Σωκράτη περιγράφει τη Γη ορατή από το διάστημα σαν μια σφαίρα από δέρμα με 12 κομμάτια. Πιθανώς αναφέρεται στο δωδεκάεδρο, μορφή στην οποία οι Πυθαγόρειοι αποδίδουν μεγάλη σημασία, εξαιτίας του σχήματος που περισσότερο πλησιάζει την σφαίρα.
Στην συνέχεια φαντάζεται, ότι η γήινη σφαίρα είναι καλυμμένη, ας πούμε, από κοιλότητες γεμάτες με νερό και αέρα. Περιγράφει περιοχές κοίλες και ομόκεντρες της Γης, σαν φλούδες από κρεμμύδι, φτιαγμένες από ανοίγματα τοπογραφικά δύσκολα να τα φανταστεί κανείς και βεβαιώνει, ότι αυτές οι υπόγειες περιοχές επικοινωνούν μεταξύ τους. Εκεί μέσα κυλούν υπόγειοι ποταμοί πελώριοι και αστείρευτοι, με ζεστά και κρύα νερά. Εκεί από κάτω υπάρχει φωτιά και μεγάλοι ποταμοί φωτιάς. Από όλες τις αβύσσους κάτω από τη γη η μεγαλύτερη αναφέρεται από τον Όμηρο, όταν λέει: «πολύ μακριά, στην πιο βαθιά άβυσσο που είναι κάτω από την γη» (Ιλ., Θ, 14) και που ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει σε διάφορα άλλα αποσπάσματα, όμοια με τους άλλους συγγραφείς που επίσης το αναφέρουν, ονομάζοντας την «Ο Τάρταρος». Σ' αυτή τη μυθολογική ερμηνεία της Γης ο Πλάτων περιγράφει τη κυκλοφορία νερού σε διάφορες υπόγειες επικαλύψεις σαν ένα φίδι που τυλίγεται πολλές φορές γύρω από τη Γη για να κατεβεί αργότερα καταλήγοντας στον Τάρταρο.
Περιγράφοντας την Κόλαση είπε, ότι τα ρεύματα είναι πολλά με αξιόλογη και διαφόρων τύπων κοίτη αλλά ότι τα κυριότερα είναι τέσσερα: Ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθοντας, ο Στύγας και ο Κωκυτός. Ο Αχέροντας κυλάει στην αντίθετη κατεύθυνση του ωκεανού, διασχίζει έρημους, κυλάει κάτω από την γη και φτάνει στα έλη της Αχερουσίας, όπου βρίσκονται οι περισσότεροι νεκροί. Ο καυτός από νερό και λάσπη ποταμός, μόλις βγει από την πηγή, πέφτει με ορμή σε έναν αχανή χώρο, καμμένο από μεγάλη φωτιά. Σχηματίζει μία λίμνη μεγαλύτερη από την θάλασσα του Ιόνιου. Εμφανίζεται μέσα από στριφογυρισμένους λασπώδεις μαιάνδρους, τυλίγεται γύρω από τη γη και φτάνει στην άκρη των ελών της Αχερουσίας, στον Τάρταρο.
Ο ποταμός Πυριφλεγέθοντας σχηματίζεται από κύματα λάβας η οποία ξεπετάει φωτιές σε διάφορα σημεία της επιφάνειας της γης. Μπροστά σ’ αυτόν εκβάλλει ένας ποταμός παράξενος και άγριος, από την όψη του και το βαθυγάλαζο χρώμα των υδάτων του. Ο ποταμός ονομάζεται Στύγας και Στυξ η λίμνη που σχηματίζει. Αφού εκβάλει στην λίμνη και αποκτήσει παράξενες ιδιότητες, καταπίνεται από την γη. Ο ποταμός Κωκυτός προχωράει ελικοειδώς αντίθετα από τον Πυριφλεγέθο-ντα και εκβάλλει στον Τάρταρο.
Σίγουρα με αυτή την τοπογραφία της Κόλασης, που ο Πλάτωνας περιγράφει βασιζόμενος στην μυθολογία, κανένας ήρωας δεν θα ήξερε να εισχωρήσει μέχρι εκεί. Και γι' αυτό δια μέσω του έργου σοφών και φιλοσόφων οι οξυδερκείς αλληγορίες έγιναν απίστευτες εξηγήσεις.
Τα μονοπάτια για να εισχωρήσει κανείς στα βασίλεια του Πλούτωνα φαίνονταν χαμένα για πάντα.
Enrico Mattievich
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΟΛΑΣΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Χρυσαυγή Νιάρου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ 2004
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026
Φλώρα ἢ Λάβρα – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη― ὤ, τί αὔρα δροσερά! Ἐβουλιοῦσα μὲ τοὺς πόδας, ἀργοποροῦσα, ἐσκόνταφτα εἰς τὴν ἄμμον τὴν μαλακήν. Πότε εἰς τὴν ὑγράν, λεπτὴν ἄμμον ― ὤ, τί δροσιά, ὤ, τί γλύκα! ἐκεῖ ὅπου παίζει μὲ τὰς συχνὰς ἐφόδους τὸ κῦμα, παιδίον τοῦ γαλανοῦ πόντου νήπιον, χαϊδευμένον τῆς θαλάσσης μωρόν ― παίζει τὸ †τόμολο† ἢ τὸ σκλαβάκι. Νά, τώρα θὰ σὲ πιάσω! Νά, σ᾿ ἔπιασα! Ἔβρεχε μόλις τοὺς πόδας σου κ᾿ ἔφευγε. Δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ σὲ πιάσῃ, νὰ σὲ σύρῃ εἰς τὰ ἄντρα τῆς Γοργόνος, νὰ σὲ λικνίσῃ καὶ σὲ ἀποκοιμίσῃ μαλακά, νὰ σὲ παραπέμψῃ μαγευμένον εἰς τὰ αἰώνια βασίλεια τῆς Ἀμφιτρίτης. Ὤ! ποία θαλασσία ἀηδών, ψυχὴ πολυπαθὴς καὶ πολύτροπος, ἀκούεται νὰ κελαδῇ ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ πόντου.
Πότε ἔφευγα τὴν γειτνίασιν τοῦ ἀτάκτου παιδίου, ἢ ἐζήτουν στερεώτερον πέδον εἰς τὴν ἄμμον τὴν χονδρήν, εἰς τὸ μεσαῖον στρῶμα ὅλου τοῦ πλάτους τῆς ἀμμουδιᾶς. Ἐκεῖ χαλίκια καὶ ὄστρακα καὶ φύκη ξηρά, καὶ γιαλόξυλα θαλασσοποτισμένα, ἐκβρασμένα ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ Εὔρου καὶ τοῦ Λιβός. Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ φύκη καὶ τὰ ξύλα καὶ τὰ ὄστρακα, ράκη ἀπὸ δίκτυα καὶ φελλοί, καὶ σκασμένα στίλβοντα, ὡς ἀπολιθωμένα, μικρὰ ψαράκια. Καὶ ἀνάμεσα εἰς ὅλ᾿ αὐτά, τόπια καὶ πανάκια λευκά, πεταμένα, καὶ μάγια…
Ἀνέλαβα ἓν ἐξ αὐτῶν ―καὶ μετέπειτα ἔνιψα ἑπτάκις τὴν χεῖρα εἰς τὸ κῦμα― καὶ τὸ ἔσχισα, νὰ ἰδῶ τί εἶχε μέσα. Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν ― ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;
Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐκατῴκει βέβαια εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου ἐκείνου πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, εἶχε ρίψει τὸ περίαπτον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ τὴν μαγεύσῃ ― ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως τὸ μεταβιβάσῃ αὕτη εἰς τὸν νέον τῶν ὀνείρων της, θαλασσινόν, ἀρμενίζοντα εἰς τὰ πικρὰ κύματα. Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἐπαγγέλλεται τὴν προμνήστριαν, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον.
Πότε ἀνέβαινα εἰς τὴν ἄνω γραμμὴν τῆς ἀμμουδιᾶς, εἰς τὸ ἀκρινὸν στρῶμα. Ἐκεῖ, πέραν καὶ πέραν, εἰς ὅλον τὸ μῆκος τῆς παραθαλασσίας, φραγμοὶ ἀπὸ βάτους καὶ θάμνους ἀκανθοφόρους καὶ αἰγοκλήματα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ δίοδοι ὄχι ἀναίμακτοι ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ ἔσωθεν ἄμπελοι χύνουσαι ἄρωμα μέθης, μὲ τὸ ἡδυπαθὲς φύλλωμά των, καὶ σπάρτα ὠχρὰ καὶ ξανθὰ εἰς τὸν ἄνεμον, καὶ ἐλαιῶνες μὲ τὸ φαιὸν ἀειθαλὲς κράτος τοῦ στολισμοῦ των. Καὶ εἰς τὴν ἄκραν πρὸς δυσμὰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, καὶ εἶτα βουνὰ καὶ ἄλλα βουνὰ ἐκεῖθεν. Καὶ ἡ ἀμμουδιὰ ἡ ἀτελείωτη, ἐξηκολούθει ἀκόμη.
* * *
Ἔξω, ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς κάμπους τῶν ὀψίμων καρπῶν, ὅπου εὑρίσκονται συνοικισμοὶ ζευγιτῶν καὶ γαιοκτημόνων, κατὰ διαστήματα ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὁμάδες ἔρχονται, κατὰ τὸ πλεῖστον γυναικῶν καὶ παιδίων, μὲ ὑποζύγια φορτωμένα. Ἀνάγκη νὰ συμμορφώσῃ τις τὸ βῆμά του καὶ τὸν τρόπον του πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὰς προλήψεις τῶν ἀγροδιαίτων τούτων πλασμάτων. Εὐτυχῶς εἶναι ἀναπεπταμένον τὸ μέρος καὶ δὲν ἀπειλεῖται δυσάρεστόν τι ξάφνισμα ἢ σκιάξιμο, ὅπως δύναται νὰ συμβῇ εἰς σύνδενδρον, ἑλικοειδῆ δρόμον. Μακρόθεν ἅμα ἴδῃ τις τὰ βαδίζοντα συμπλέγματα, ὀφείλει νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἔρχεται κατεπάνω των, ἀλλὰ μὲ ἄνετον καὶ ἀργὸν μᾶλλον βῆμα, νὰ τηρῇ ἀπόστασιν καὶ κατεύθυνσιν ἄλλην, ἐν παρόδῳ στέλλων πόρρωθεν χαιρετισμόν, ἐὰν ἀντιληφθῇ τις καὶ νοήσῃ ὅτι αἱ χωρικαὶ εἶναι γραῖαι ἢ μητέρες τέκνων· ἐὰν ὅμως εἶναι δειλαὶ παρθένοι, τὸ ἀσφαλέστερον εἶναι ν᾿ ἀπέχῃ τις.
* * *
Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἀνώτερον στρῶμα τῆς ἀμμουδιᾶς, ὄχι πλέον ἄμμος, ἀλλὰ χῶμα. Καὶ ἴχνη παλαιῶν ρευμάτων ἀπεξηραμμένων. Ἄλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Μεγάλην Ἀμμουδιάν. Κ᾿ ἐδῶ ρεύματα, καὶ χείμαρροι, καὶ φλέβες νεροῦ καὶ ρυάκια διέσχιζον τὴν ἄμμον. Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενιτείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν. Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον; Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου;
Ἐκεῖ, εἰς τὴν ἄκραν, ἡ Μεγάλη Ἀμμουδιὰ κόπτεται ἀπὸ μίαν προβλῆτα κρημνώδη ἀκτὴν πρὸς τὸν αἰγιαλόν. Πέραν αὐτῆς ἀρχίζει ἄλλη ἀμμουδιά, εἶτα νέα ἀκτὴ προβάλλει εἰς τὸ κῦμα, εἶτα πάλιν ἀμμουδιά, μαλακὴ ἀγκάλη, καὶ τέλος ἀκρωτήρια καὶ βράχοι κρημνώδεις. Ἐκεῖ, εἰς τὸ ρίζωμα τοῦ λόφου, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην μικρὰν προβλῆτα, δρομίσκος τερπνός, πλάγιος ἀνέρπει μέσῳ τῶν θάμνων· ὁ τόπος ὅλος μοσκοβολᾷ ἀπὸ μυρσίνας καὶ ἠχολογεῖ ἀπὸ ἀναβάτας τῶν δένδρων τέττιγας, καὶ τὸ ᾆσμα τῶν σπίνων καὶ κοσσύφων μαγεύει καὶ ζωντανεύει ὅλον τὸ δάσος. Πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν τὸν δρομίσκον αὐτόν. Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει.
Ἂς ἀνέλθωμεν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν, εἰς τὰ ἐκτυλισσόμενα ἀλλεπαλλήλως τοπία, εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλιτῦς τῶν κοιλάδων, παντοῦ βλέπω καὶ ἀκούω χωρικοὺς νὰ ἐργάζωνται. Μονήρης, φεῦ! ἄεργος περιπατητής, μὲ ἀληθῆ συστολὴν καὶ ταπείνωσιν αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἐκτοπισμένον εἰς τὴν ἐρημίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν πόλιν. Διατί νὰ μὴν εἶναί τις ζευγηλάτης, γεωργός, ἡμεροδουλευτής; Ἀλλοίμονον, πολὺ ἀργά!
Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι. Εὑρίσκομαι αἴφνης μετάρσιος εἰς ὕψος, ὁπόθεν βλέπω τὸν μακρὸν αἰγιαλὸν ὅλον, καὶ τὸν ἔρημον πλοίων μεσημβρινὸν κόλπον, καὶ τὰ νησιὰ κατέμπροσθέν των φαιοπράσινα, καὶ τὰ νῶτα τῆς πόλεως ἐρειδόμενα ἐπὶ ὑψηλοῦ βράχου, καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς, ὄπισθεν τῆς δυσμικῆς ἐσχατιᾶς ταύτης. Ὤ, κοιμητήριον! Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις! Τέλος, ἀφοῦ κατῆλθον εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, ἔφθασα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἀμμουδιᾶς. Ἐστάθην εἰς τὸ βάθος, ὅπου κατήρχετο ρεῦμα. Ἰδοὺ τέλος ἓν ρεῦμα! Ἀνάμεσα εἰς τὴν μελῳδίαν τῶν κλώνων τῶν πευκῶν, σειομένων εἰς τὴν πρωινὴν αὔραν, καὶ εἰς τὸν ψίθυρον τοῦ νεροῦ εἰς τὴν κοίτην του, ἐμορμύριζε βαθὺ μυστήριον.
Ἦτο ἄκρα ἐρημία. Βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Μία σκαπάνη γεωργοῦ ἠκούετο μελαγχολικῶς ἠχοῦσα μακράν, καὶ ἀντήχει εἰς τὸ στέρνον μου ὁ κτύπος. Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἄμμον ἓν ὅραμα ἀνέβη. Μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, ἐκράτει δέσμην λεπτῶν ξηροκλάδων ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἀριστεροῦ. Μὲ ἀνασηκωμένα τὰ κράσπεδα τῆς πενιχρᾶς ποδιᾶς της, καὶ ἀνυπόδητος.
Μία πτωχὴ γραῖα κουβαλοῦσα ξύλα ἐπὶ τοῦ ὤμου… Ἀλλ᾿ ὄχι! ἦτο Μοῖρα.
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραῖα καὶ τώρα γραῖα. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα.
― Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
― Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε· μὲ λένε Λάβρα.
Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου. Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον, ἢ ἓν ὄνομα.
― Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου, εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι».
Ἄ, ναί, τώρα ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν ἤμεθα παιδία, μᾶς ὡδήγει συχνὰ ὁ δάσκαλος διὰ νὰ κολυμβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐκεῖθεν ἐσχατιὰν τοῦ αἰγιαλοῦ ― εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμμουδιᾶς τῆς μεγάλης. Ἐκεῖθεν ἀγναντεύαμεν μακρὰν πρὸς τὴν ἀγκάλην αὐτὴν τοῦ μικροῦ αἰγιαλοῦ, ἐντεῦθεν τῆς πρώτης ἀκτῆς, ἓν λευκὸν ὄνειρον, ἓν ὡραῖον σπιτάκι, γλυκεῖαν καὶ ποθητὴν καλιὰν ἐν μέσῳ παραδεισίου πρασινάδας, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἄμμου, τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰς τὸ φίλημα τοῦ κύματος. Ὁ λευκὸς οἰκίσκος καὶ ἡ ἐξοχὴ ἐκείνη ἐκαλεῖτο «στοῦ Βασιλιᾶ». Διατί ἆρα; Ὁ γέρων φουστανελοφόρος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ τοπίου, ἐκαλεῖτο καὶ αὐτὸς γερο-Βασιλιάς. Ἀλλ᾿ ἀγνοῶ ἂν τὸ κτῆμα ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἢ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κτῆμα.
Ἐλαχταρούσαμεν τότε ὡς παιδία νὰ ἐκτείνωμεν ἕως τὸ μέρος αὐτὸ τοὺς περιπάτους μας διὰ ν᾿ ἀπολαύσωμεν τὸ ὄνειρον, τὴν μαγείαν. Ἀλλ᾿ ὁ δάσκαλος δὲν ἐπέτρεπε.
Τώρα, ὅταν μετὰ τόσα μακρὰ ἔτη ἀσκόπως καὶ ἀμνήμων ἦλθον ἕως ἐδῶ, τώρα ἐξέλιπε πλέον τὸ λευκόν, τὸ περιπόθητον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον ἐσάλευε ποτὲ μεταξὺ φάσματος καὶ ὑπαρκτοῦ, μεταξὺ ἄμμου καὶ θαλάσσης. Καὶ βλέπω αὐτὸ τὸ μαυρισμένον ἐρείπιον, τὸ χάλασμα, τὸ κατάλυμα τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνέμων, ἔσωθεν τοῦ ὁποίου εἶχε φανῆ ὅτι ἐξῆλθεν ἡ γραῖα αὐτή, ἄλλο ἐρείπιον ζῶν καὶ κινούμενον, διὰ νὰ μοὶ ἐνθυμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ παλαιοῦ ὀνείρου, διὰ νὰ τὸ μνημονεύσῃ, αὐτὸ τὸ θαμμένον ὄνειρον. Ἄ! ἐνθυμοῦμαι, ἔμαθα. Ἡ γραῖα αὕτη ἦτον «χαροκαμένη» καὶ δυστυχής. Εἶχε θάψει ὅλα τὰ τέκνα της, καὶ αὐτὴ ἐπέζη ἀκόμη… Καὶ δὲν ἐκαλεῖτο πλέον Φλώρα, ἀλλὰ Λάβρα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Άπαντα, τόμος 4
Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - BOCCACCIO GIOVANNI
Η Φιλομένη τέλειωσε την αφήγησή της, κι ο Διονέος δε σταματούσε να επαινεί τόσο την εφευρετικότητα της κυράς, όσο και την προσευχή που είχε πει στο τέλος η Φιλομένη. Αλλά η βασίλισσα στράφηκε χαμογελαστή στον Πάμφιλο και είπε:
«Η σειρά σου Πάμφιλε, να μας διασκεδάσεις, με καμιά ευχάριστη ιστορία».
Ο Πάμφιλος αποκρίθηκε αμέσως πως είναι πρόθυμος, και άρχισε:
Κυρία μου, πολλοί άνθρωποι, στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν τον Παράδεισο, δεν προσέχουν πως δίνουν το κλειδί του σε άλλους. Αυτό, όπως θ’ ακούσετε, δεν είναι πολύς καιρός που έχει συμβεί σε μια γειτόνισσά μας.
Όπως έχω ακούσει να λένε, στο Σαν Μπρανκάτσιο, κατοικούσε κάποιος Πούτσιο ντι Ρινιέρι, αγαθός άνθρωπος και παραλής, που τον κόλλησε μανία με τη θρησκεία, προσχώρησε σαν λαϊκό μέλος στο τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου, και τον έλεγαν πια αδελφό Πούτσιο. Όπως το σπιτικό του ήταν όλο κι όλο η γυναίκα του και μια υπηρέτρια, δεν είχε πολυασχοληθεί μ’ αυτό, και περνούσε τον περισσότερο καιρό του στην εκκλησία. Αγαθούλης και βλάκας, έλεγε τα πατερημά του, πήγαινε εσπερινό, νήστευε, ακολουθούσε τον κανόνα του τάγματος και διατυμπάνιζε πως ανήκε στους μαστιγωτές. Η γυναίκα του, που την έλεγαν Ισαβέλα, ακόμη νέα κοπέλα, είκοσι οχτώ με τριάντα χρονών, ήταν δροσάτη και νοστιμούλα, στρουμπουλή, ίδια αφράτο μήλο, αλλά η ευλάβεια του άντρα της, καθώς και η ηλικία του, την καταδίκαζαν σε δίαιτες που, για τα δικά της γούστα, διαρκούσαν πολύ καιρό. Ενώ είχε όρεξη να κοιμηθεί ή, ας πούμε, να το γλεντήσει με τον Πούτσιο, ήταν υποχρεωμένη ν’ ακούει το Βίο του Ιησού Χριστού, τα κηρύγματα του αδελφού Ναστάτζιο, τους θρήνους της Μαγδαληνής ή κάποια ανάλογη εποικοδομητική αφήγηση.
Τον ίδιο καιρό γύρισε από το Παρίσι ένας καλόγερος, που τον έλεγαν δον Φελίτσε, από το τάγμα του Αγίου Μπρανκάτσιο, νεότατος, με ωραίο παρουσιαστικό, ξεφτέρι στο μυαλό και βαθύς θεολόγος. Έπιασε στενές σχέσεις με τον αδελφό Πούτσιο, του έλυνε όλες τις θρησκευτικές αμφιβολίες, κι όπως κατάλαβε με τι λογής άνθρωπο είχε να κάνει, προσποιόταν τον αυστηρά ηθικό και άγιο, τόσο, που ο αδελφός Πούτσιο άρχισε να τον παίρνει συχνά στο σπίτι του, ακόμα και να τον κρατάει για φαγητό, είτε μεσημέρι είτε βράδυ. Για να ‘ναι ευχάριστη στον άντρα της η κυρά έπιασε αρκετή οικειότητα με τον δον Φελίτσε και του έκανε πολλές φιλοφρονήσεις.
Έτσι ο καλόγερος έγινε φίλος του σπιτιού, και βλέποντας την κυρά τόσο δροσάτη και στρουμπουλή, κατάλαβε τι θα της έλειπε. Βάλθηκε λοιπόν να βρει έναν τρόπο να ξαλαφρώσει τον αδελφό Πούτσιο από το μόχθο του. Της πέταξε μια ματιά με πολλή επιτηδειότητα, ύστερα άλλη μια, και τα κατάφερε τόσο καλά, που άναψε στην καρδιά της τη φωτιά που έκαιγε και τον ίδιο. Βλέποντας πως το πέτυχε, ο καλόγερος στην πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, μίλησε μαζί της. Μα όσο κι αν τη βρήκε πρόθυμη να ικανοποιήσει την επιθυμία του, δεν ήταν εύκολο να βρεθεί τρόπος, επειδή εκείνη πουθενά αλλού εκτός από το σπίτι της δεν τολμούσε να διακινδυνέψει – και στο σπίτι της δεν ήταν δυνατόν, επειδή ο αδελφός Πούτσιο δεν απουσίαζε ποτέ από την πόλη, προς μεγάλη στενοχώρια του καλόγερου. Ωστόσο, αφού το στριφογύρισε πολλή ώρα στο μυαλό του ο δον Φελίτσε βρήκε τον τρόπο να πλαγιάσει με την κυρά μέσα στο σπίτι, δίχως να προκαλέσει υποψίες και με την παρουσία του ίδιου του συζύγου. Είπε λοιπόν μια μέρα στον αδελφό Πούτσιο, καθώς πήγαιναν μαζί:
«Έχω αντιληφθεί πολλές φορές, αδελφέ Πούτσιο, πως η μεγαλύτερη επιθυμία σου είναι να γίνεις άγιος. Νομίζω πως ακολουθείς έναν πολύ μακρύ δρόμο για να φτάσεις σ’ αυτό το σκοπό, ενώ υπάρχει ένας άλλος πολύ πιο σύντομος. Βλέπεις, όμως, ο Πάπας και οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες που τον γνωρίζουν και τον ακολουθούν οι ίδιοι, δε θέλουν να γίνει γνωστός, επειδή ο κλήρος που ζει κυρίως από ελεημοσύνες, θα λιμοκτονούσε αν οι πιστοί σταματούσαν τις ελεημοσύνες και τις άλλες προσφορές. Αλλά μια και είσαι φίλος μου και με έχεις τιμήσει με το παραπάνω, αν μπορούσα να λογαριάζω στην απόλυτη εχεμύθεια σου κι αν είσαι αποφασισμένος ν’ ακολουθήσεις αυτό το δρόμο, θα σου εμπιστευόμουν το μυστικό».
Ο αδελφός Πούτσιο, που πέθαινε να μάθει το μυστικό, άρχισε πρώτα να τον παρακαλάει επίμονα να του το φανερώσει, και ύστερα να ορκίζεται πως ποτέ, εκτός με τη συγκατάθεση του καλόγερου, δε θ’ αποκαλύψει το μυστικό, βεβαιώνοντας πως θα συμμορφωθεί, αν κρίνει πως είναι ικανός.
«Αφού μου υπόσχεσαι» είπε ο καλόγερος, «θα στο φανερώσω. Μάθε πως σύμφωνα με τους άγιους πατέρες της εκκλησίας, όποιος επιθυμεί να γίνει μακάριος, οφείλει να εκτελέσει τον εξιλασμό που θ’ ακούσεις. Αλλά να εξηγούμεθα. Δεν εννοώ μ’ αυτό πως μετά τον εξιλασμό θα πάψει να ‘σαι ο αμαρτωλός που είσαι τώρα. Να όμως τι θα συμβεί: οι πριν απ’ τον εξιλασμό αμαρτίες σου θα συγχωρηθούν και θα σβηστούν, και όσες θα κάνεις μετά δε θα καταγραφούν στο παθητικό σου για την Κόλαση: ο αγιασμός θα τις εξαλείψει, όπως συμβαίνει με τα ελαφρά αμαρτήματα. Προέχει λοιπόν, στην αρχή του εξιλασμού, να ξομολογηθείς τις αμαρτίες σου με τη μεγαλύτερη επιμέλεια. Ύστερα, θ’ αρχίσεις να νηστεύεις και να τηρείς αυστηρή αποχή επί σαράντα μέρες, αποφεύγοντας να πλησιάσεις οποιαδήποτε γυναίκα, ακόμα και τη νόμιμη σύζυγό σου. Δεν τελείωσα. Βρες κάποιο μέρος στο σπίτι σου, απ’ όπου να μπορείς ν’ αγναντεύεις τη νύχτα τον ουρανό. Πήγαινε εκεί την ώρα του απόδειπνου και φρόντισε να τοποθετήσεις ένα τραπέζι πολύ φαρδύ, έτσι ώστε να στέκεσαι όρθιος και να μπορείς να λυγίσεις τη μέση σου προς τα πίσω. Εκεί, πατώντας πάντα χάμω, άπλωσε τα μπράτσα σου, σαν να ‘σουν σταυρωμένος. Σ’ αυτή τη θέση, να κοιτάζεις τον ουρανό και να προσέχεις να μην κουνήσεις ούτε τοσοδά ίσαμε την αυγή. Αν ήξερες τα γράμματα, θα ‘πρεπε όλο αυτό το διάστημα να πεις ορισμένες προσευχές που θα μπορούσα να σου υποδείξω, μα όπως δεν τα ξέρεις, είναι αρκετό να πεις τριακόσια Πάτερ ημών και τριακόσια Χαίρε Μαρία προς δόξαν της Αγίας Τριάδος. Κι όπως θα ‘χεις τα μάτια σου στυλωμένα ψηλά, να σκέφτεσαι αδιάκοπα πως ο Θεός είναι ο δημιουργός του ουρανού και της γης, και μην ξεχνάς ποτέ τα πάθη του Χριστού, μια και θα ‘σαι στην ίδια στάση που ήταν κι Εκείνος πάνω στο σταυρό. Σαν θα σημάνει ο όρθρος, μπορείς να φύγεις από κει, να θέλεις κι έτσι ντυμένος όπως είσαι, να πέσεις στο κρεβάτι σου να κοιμηθείς. Αλλά το πρωί μην ξεχάσεις να πας στην εκκλησία, ν’ ακούσεις τουλάχιστον τρεις λειτουργίες και να πεις πενήντα Πάτερ ημών και άλλα τόσα Χαίρε Μαρία. Ύστερα αν έχεις κάποια δουλειά, μπορείς να φροντίσεις γι’ αυτήν με απλότητα. Φάε το μεσημέρι κι έπειτα πήγαινε στην εκκλησία για τον εσπερινό: θα πεις μερικές προσευχές που θα σου τις δώσω γραμμένες και που δίχως αυτές δε γίνεται τίποτα. Και τέλος, την ώρα του απόδειπνου, να ξαναρχίσεις όσα σου έχω πει. Έχε εμπιστοσύνη στην πείρα μου: αν τα κάνεις όλα αυτά με ευλάβεια, ελπίζω πως πριν από το τέλος του εξιλασμού, θα ‘χεις μια θαυματουργή εντύπωση αιώνιας μακαριότητας».
Τότε του λέει ο αδελφός Πούτσιο:
«Όλα αυτά ούτε υπερβολικά βαριά είναι, ούτε πιάνουν πάρα πολλή ώρα. Μπορώ πολύ καλά να τα κάνω. Λέω με την ευχή του Θεού, ν’ αρχίσω την Κυριακή».
Πάνω σ’ αυτό χώρισε με τον δον Φελίτσε και γύρισε στο σπίτι του, με την άδεια να τα διηγηθεί όλα στη γυναίκα του. Η κυρά κατάλαβε αμέσως τι ήθελε να πει ο καλόγερος με την υποχρέωση να μείνει ο άντρας της ακίνητος ίσαμε το πρωί. Βρήκε το στρατήγημα πολύ καλό και είπε πως την ευχαριστούσε πολύ κι αυτό και όλα τα άλλα μέτρα που έπαιρνε για τη σωτηρία της ψυχής του. Πρόσθεσε μάλιστα πως για να κάνει ο Θεός πιο τέλειο τον εξοπλισμό του, ήταν πρόθυμη να νηστέψει μαζί του, αλλά τίποτα περισσότερο.
Κατά τη συμφωνία, λοιπόν, σαν ήρθε η Κυριακή, ο αδελφός Πούτσιο άρχισε τον εξιλασμό του, και ο μεσέρ καλόγερος συνεννοήθηκε με την κυρά, και σχεδόν κάθε βράδυ, διαλέγοντας κάποια στιγμή που δεν κινδύνευε να τον δουν, ερχόταν στο σπίτι της, φέρνοντας πάντα μαζί του ό,τι χρειαζόταν για να καλοφάνε και να πιουν. Ύστερα πλάγιαζε μαζί της ίσαμε την αυγή, σηκωνόταν κι έφευγε. Ήταν η ώρα που ο αδελφός Πούτσιο πήγαινε να κοιμηθεί.
Το μέρος που είχε διαλέξει ο αδελφός Πούτσιο για τον εξιλασμό του, ήταν πλάι στη συζυγική κρεβατοκάμαρα και μονάχα ένας λεπτός τοίχος χώριζε τα δύο δωμάτια. Μια νύχτα που το νταραβέρισμα τού μεσέρ καλόγερου με την κυρά έπαιρνε διαστάσεις καλπασμού, ο αδελφός Πούτσιο ένιωσε να τρέμει το πατωμα. Είχε πει κιόλας εκατό Πάτερ ημών, σταμάτησε, και δίχως να κουνήσει, φώναξε στη γυναίκα του ρωτώντας τι έκανε. Η κυρά, που ήταν ετοιμόλογη και που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν καβάλα, αποκρίθηκε:
«Άντρα μου, κουνιέμαι όσο μπορώ»
«Κουνιέσαι; Τι θες να πεις μ’ αυτό;» της λέει.
Η κυρά γέλασε με την καρδιά της, όχι χωρίς λόγο βέβαια, και αποκρίθηκε:
«Δεν ξέρεις τι θα πει αυτό; Σ’ έχω ακούσει χίλιες φορές να λες την παροιμία: “Όποιος το βράδυ δεν έχει φάει, τα καπούλια του κουνάει”».
Ο αδελφός Πούτσιο νόμισε πως η νηστεία τής είχε φέρει αϋπνία, και πως για τούτο δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη στο κρεβάτι.
«Γυναίκα» της λέει, «σου το ‘χω πει να μη νηστεύεις. Εσύ όμως δε θέλησες να με ακούσεις. Τώρα προσπάθησε να μείνεις ήσυχη και να κοιμηθείς. Κουνιέσαι τόσο πολύ στο κρεβάτι σου, που τρέμει ολόκληρο το σπίτι».
Τότε του λέει εκείνη:
«Μην ανησυχείς, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Εσύ κοίταξε τον εαυτό σου – εγώ θα τα καταφέρω όσο και να ‘ναι».
Ο αδελφός Πούτσιο ησύχασε και ξανάπιασε τα Πάτερ ημών του. Μα από κείνη τη νύχτα κι έπειτα, η κυρά και ο μεσέρ καλόγερος έστησαν σ’ ένα άλλο δωμάτιο ένα κρεβάτι κι έκαναν εκεί το κέφι τους όσο κρατούσε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο. Και σαν έφευγε ο καλόγερος, εκείνη γύριζε στο κρεβάτι της, κι ο αδελφός Πούτσιο, αφού εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, πήγαινε κι αυτός να πλαγιάσει. Μ’ αυτό το ρυθμό συνεχίστηκε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο, καθώς και το γλέντι των δύο εραστών, και η κυρά αστειευόταν συχνά πάνω σ’ αυτό με τον καλόγερο:
«Βάζεις τον αδελφό Πούτσιο» του έλεγε «να κάνει τον εξιλασμό που ανοίγει σ’ εμάς τον Παράδεισο».
Ήταν ενθουσιασμένη μ’ αυτή τη ζωή, και ύστερα από τις μακροχρόνιες νηστείες που την είχε υποχρεώσει ο άντρας της, συνήθισε σ’ αυτά τα τσιμπούσια. Έτσι, αφού τέλειωσε ο εξιλασμός του αδελφού Πούτσιο, βρήκε τον τρόπο να τα συνεχίσει αλλού μαζί με τον καλόγερο και να το γλεντάει κρυφά.
Και για να μην υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της αφήγησης μου, σας λέω πως ο αδελφός Πούτσιο, που νόμιζε πως θ’ αξιωνόταν τον Παράδεισο, έμπασε σ’ αυτόν πρώτα τον καλόγερο, που του είχε δείξει το γρήγορο μέσον, και ύστερα τη γυναίκα του, που ζούσε κοντά του στερημένη από εκείνο που ο μεσέρ καλόγερος, από ευσπλαχνία, της χορήγησε τόσο απλόχερα.
BOCCACCIO GIOVANNI
ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (1355)
[ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ – ΙΣΤΟΡΙΑ IV]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1993
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025
ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ – ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
- Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι…, λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
- Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε.
- Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
- Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι…
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
- Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ…, έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
- Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
- Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
- Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
- Ποιος το ξέρει…, του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
- Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
- Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι…
- Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος…
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε…»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν…, εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη…»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
- Ε, Βασίλη!… Ε, Αργύρη!…
Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
- Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
- Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
- Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
- Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν! Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
- Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
- Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
- Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
- Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
- Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία.
- Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
- Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
- Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
- Α, αλήθεια!… Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
- Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
- Όχι. Ποτές.
- Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
- Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
- Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
- Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως. Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά…
- Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
- Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος. Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
- Δεν έχω τίποτα άλλο…, μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
- Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
- Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
- Πάντα, παιδί μου.
- Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι…, μουρμουρίζει το αγόρι.
- Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
- Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
- Για ποιους λες, παιδί μου;
- Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα- Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
- Τους σκοτώσαν είπες;
- Α, δεν το ήξερες ακόμα;…
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
- Δεν ήξεραν, παππούλη…, λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν…
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
- Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν… Αρκετή ώρα πέρασε.
- Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
- Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
- Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
- Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025
[ΗΜΟΥΝΑ ΖΩΝΤΑΝΟΣ] – Antonin Artaud
Ήμουνα ζωντανός
κι ήμουν εδώ από π ά ν τ α
Έτρωγα;
Όχι
μα όταν πείναγα έφευγα προς τα πίσω με το κορμί μου
και δεν τρωγόμουν ο ίδιος
μα όλα τούτα διαλυθήκανε
εγίνηκε μια εγχείρηση παράξενη
δεν ήμουν άρρωστος
θα ξανακαταχτούσα την υγειά μου
πάντα με το αποτράβηγμα στα πίσω του κορμιού
το κορμί μου με πρόδωσε
ακόμη δε με γνώριζε καλά
να φας θα πει να φέρεις μπρος
εκείνο που έπρεπε να μείνει πίσω
Κοιμόμουν;
όχι, δεν κοιμόμουν
χρειάζεται να' σαι αγνός για να μάθεις να μη τρως
Ανοίγοντας το στόμα σου
μέσα σου μπαίνουνε μιάσματα
Λοιπόν, όχι στόμα!
Όχι στόμα
όχι γλώσσα
όχι δόντια
όχι λαρύγγι
όχι οισοφάγος
όχι στομάχι
όχι κοιλιά
όχι πρωκτός
Θα ξαναχτίσω τον άνθρωπο που είμαι.
μτφρ. Τάκης Σινόπουλος
Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης
Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας
Χριστόφορος Λιοντάκης (επιμ.)
Εκδόσεις Καστανιώτη2000