Saturday, February 21, 2015

Ρυάκια




Αυτός ο ανομολόγητος πόνος. Κάτω από το υπογάστριο, που έπειτα απλώνεται αργά, βασανιστικά κι ανεβαίνει, μέχρι τη στιγμή, που το δυνατό του χέρι σε πιάνει από το λαιμό. Ναι, από το λαιμό και σε κολλάει στον τοίχο.

Έχει ξημερώσει χειμωνιάτικη λιακάδα. Με ξεκάθαρο ουρανό. Με τις πολιτικές εξελίξεις να πετάνε σα σκορπισμένα χαρτιά που τα σήκωσε ο βοριάς. Και εκεί λίγο πριν τις οκτώ συναντιόμαστε. Αλλοδαπές νταντάδες σηκώνουν τα μάτια τους πάνω μου. Τα κατεβάζω κι εγώ πάνω τους. Κοιτιόμαστε. Έχουν ξυπνήσει αξημέρωτα σίγουρα. Έχω ξυπνήσει κι εγώ αξημέρωτα. Είμαι  υπάλληλος και μένω σε μια ακριβή συνοικία. Παίζει να είμαι κι ο μόνος υπάλληλος. Εγώ ακολουθώ έναν καθαρό δρόμο με παρκαρισμένα αυτοκίνητα πολυτελείας και μεγάλα σπίτια με πισίνες. Γουστάρω τη διαδρομή.  Αυτές τη μισούν, το βλέπω στα μάτια τους, το μόνο που μας συνδέει είναι μια διασταύρωση. Ένα παρτέρι με εποχιακά λουλούδια που ποδοπατάνε στην άκρη, για να κόψουν δρόμο.

Χώρισα πάλι. Μαλάκα μου, προβλήματα που έχει ο κόσμος. Δεν καταλαβαινόμαστε. Κανένας δε με καταλαβαίνει πια. Κανέναν δεν καταλαβαίνω. Αλήθεια είναι. Θα ήθελα να είμαι μια λεία επιφάνεια που πάνω της γλιστρά ο χρόνος. Κάπου το διάβασα κι αυτό. Ούτε ευτυχισμένος, ούτε δυστυχισμένος. Μια λεία επιφάνεια που πατινάρουν οι άνθρωποι και τρώνε τα μούτρα τους. Αλλά εγώ δεν γελάω, σπάω, λίγο, λίγο, χρόνο με το χρόνο και πια δεν είμαι λείος, δεν κάνω ούτε για χάιδεμα σου λέω. Είμαι μια χαρακωμένη σανίδα γεμάτη σκλήθρες. Θεέ μου, πως κατάντησα, ο άθεος. Χαρακωμένη σανίδα που πετάς στην άκρη του δρόμου.

Βγήκα πρώτη του χρόνου ραντεβού. Φοράει ένα μαύρο μάλλινο φόρεμα. Ο λαιμός της είναι ανοιχτός. Ένα χρυσό σπουργίτι κρέμεται από μια αλυσίδα, ακριβώς κάτω από την κλείδα. Λες θα πετάξει προς το στόμα της. Με αναστατώνουν οι έντονες κλείδες, θέλω να τις ψηλαφίσω με τα δάκτυλα. Να τις σφίξω να δω αν αντέχουν. Αντέχουν οι άνθρωποι, όχι τα κόκαλα. Μάλλον θα έμπλεξε κάπου το καλσόν της κι έχει μια τρύπα, ασυναίσθητα παίζει με το δάκτυλο  χαϊδεύοντάς την. Της το είπα. Έχεις μια τρύπα στο καλσόν. Τράβηξε το χέρι από το πόδι της. Ντράπηκε. Δεν ήταν ευγενικό, αλλά της το είπα. Κι απόλαυσα κάθε δευτερόλεπτο βρώμικης αμηχανίας.

Ο παρόντας χρόνος είναι ένα ορμητικό ποτάμι. Κανένας δεν κολυμπάει κόντρα. Κανένας δεν λιάζεται στην όχθη. Πηδάνε ο ένας μετά τον άλλον μέσα και αφήνονται να τους παρασύρει το ρεύμα. Πέρα, στα ακροτελεύτια βράχια, υγροί γδούποι σπάνε τη μονότονη μουσική και κηλίδες αίμα λερώνουν το σκληρό τοπίο.

Ξαπλωμένη, ώρα τώρα, πάνω στο σώμα μου, περνάει τα δάκτυλά της  από τα μαλλιά μου, ξανά και ξανά. Σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Είναι μια αίσθηση τρομακτική. Ακουμπάμε τα μάγουλά μας. Ντυμένους, μας χωρίζουν όλες αυτές οι πονεμένες ιστορίες που συνέβησαν, το παρελθόν, ένας λεπτός αλλά συμπαγής τοίχος από μετρημένες ανασφάλειες. Τα γυμνά σώματα εφάπτονται σχεδόν αθώα, σχεδόν καυτά, σχεδόν βαφτισμένα στον ποταμό των σεντονιών που τσαλακώνονται.

Την έχυσα δώδεκα παρά τέταρτο. Ένα  λευκό ρυάκι κύλισε στο στήθος της. Έβαλε κόντρα το  χέρι της και με μια απαλή κίνηση το έσβησε. Οι μέρες σβήνουν κι αυτές πάνω σε στρογγυλά στήθη, χωρίς να μας δίνουν λογαριασμό, χωρίς να λογαριάζουν την δική μας μελαγχολία. Νομίζω δεν τους δίνουμε κι εμείς σημασία. Τα κορμιά τρίζουν σαν καυσόξυλα στη φωτιά. Τα δόντια τρίζουν μέσα στον ύπνο. Μου το είπε. Τρίζουν τα δόντια σου, να ξέρεις. Κι ο ψυχίατρος το είπε, αν τρίζουν τα δόντια έχεις άγχος, μη σκέφτεσαι τόσο, μη σκάβεις άλλο, φτάνει το ξεμπάζωμα, μείνε εκεί και βγάλε το κεφάλι σου στον αέρα , πιες ένα χαμομήλι μια ώρα πριν να κοιμηθείς, μη πίνεις, παραδέξου το, πέρασε η εποχή που έπρεπε να δείχνεις σκληρός, δείξε αυτό το λυρικό αγόρι που κλώτσαγε μια μπάλα και τράβαγε τα μαλλιά των κοριτσιών και έκρυβε λεφτά κάτω από το χαλί που πάταγε η βάση της μονόπολης και έπιανε γυμνά πόδια στην τυφλόμυγα και έφτυνε μακριά, πιο μακριά απ’ όλους. Και πες, ρε πατέρα μέχρι εκεί είμαι, δεν θέλω παραπέρα.

Πέρασε ανάμεσα στα μαλλιά μου τα δάκτυλα σου, σε παρακαλώ, τώρα που βρέχει πάλι. Τώρα που τσαλαπατάμε στα ρηχά ρυάκια του κακοφτιαγμένου δρόμου. 

η φωτογραφία της Diane Arbus, Couple on a pier NYC 1963

Saturday, July 12, 2014

Οδός Τσιμογιάννη




Tο καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του. Ημερολογιακά τουλάχιστον.  Αυτές οι μέρες του Αυγούστου σηματοδοτούν μια παράξενη εποχή. Με την έννοια πως στραβώνουν κάποιες ιστορίες, που ήδη έχουν αρχίσει  περίεργα. Έρχονται και στομώνουν, φτάνουν σε αδιέξοδο και λήγουν, αφού σου βγάλουν πρώτα την παναγία. Όπως οι γέροι που ψυχορραγούν καιρό, αλλά σχεδόν πάντα θα τους αποτελειώσει αυτός ο ύπουλος μήνας, που σε ρουφάει μονορούφι, υγιή ή στα τελευταία σου.

Η οδός Τσιμογιάννη είναι ένας δρόμος μικρός, τυφλός, που σκάει σε ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς να είναι αδιέξοδο, σε ένα δίστρατο, αριστερά και δεξιά. Τα σπίτια είναι διώροφα, απλά, όπως αυτά που συναντάς στην επαρχία, φτιαγμένα άτεχνα, σχεδόν σαν προσφυγικά και βαμμένα παλ χρώματα. Μερικές καινούργιες πολυκατοικίες, κακόγουστες, παράταιρες, σκόρπιες, υπάρχουν ενοχλητικά. Εκεί σ’ αυτόν τον δρόμο έμενε, με τους γονείς του, ακόμα.

Το πρώτο πράγμα που της είπε για την οικογένεια του, ήταν πως η μάνα του ασχολείται με τη διακόσμηση. Μικρή δούλευε σε μια βιοτεχνία που σχεδίαζε πλακάκια. Μετά παντρεύτηκε. Δεν έπρεπε να δουλεύει. Είχε διακοσμήσει τα σπίτια τους. Τελεία. Ούτε που ρώτησε γιατί είχε σημασία αυτή η πληροφορία.  Άκουγε πάντα τους ανθρώπους γύρω της, όσο πιο εξωτικοί, τόσο το καλύτερο. Στο σημειωματάριο του μυαλού σημείωσε, μάνα νοικοκυρά, με τάσεις καλλιτεχνικές και απωθημένα επαγγελματικά. Γιος που τα αναγνωρίζει όλα αυτά και τα αναπαράγει σε συζητήσεις με τις γυναίκες που τραβιέται. 

Ήταν Ιούλιος όταν άρχισε να της τα μασάει. Μια τα σχέδια των διακοπών, μια που δεν είχε φράγκο στην τσέπη κι ούτε σκόπευε να δουλέψει για να βγάλει. Κι εκείνη δεν ήταν ιδιαίτερα διαλλακτική. Τον ζόριζε με άσχημο τρόπο. Τσακώθηκαν. Είχαν κουραστεί κι οι δύο, δεν τσούλαγε. Ταίριαζαν και δεν τσούλαγε, συμβαίνουν αυτά. Πως το λένε οι παπάρες της ψυχολογίας, ετεροχρονισμός. Είναι που θες να φύγεις και θες και να γυρίσεις.

Το ’χε παράπονο που δεν είχε δει το σπίτι του, το δωμάτιο του, τα πράγματα που έχει. Εκείνο το καλοκαίρι, δεν του αρνήθηκε ξανά, πήγε να τον πάρει ένα απόγευμα που έλειπαν όλοι. Ανέβηκαν την εξωτερική σκάλα. Είχε μια ωραία κοινόχρηστη αυλή στο ισόγειο, που έμενε η γιαγιά μαζί με την μικρή κόρη της που την γηροκομούσε. Γύρω, γύρω ψηλό πράσινο. Από πάνω φέσι ο ουρανός. Το διαμέρισμα ήταν μεγάλο. Μεγάλο και αδιάφορο. Τα έπιπλα ήταν ακριβώς αυτά που βλέπεις σε κάθε παλιό σπίτι. Τραγικά σκρίνια και καθρέφτες, καναπέδες που δεν πουλιούνται πια στην αγορά, παλιομοδίτικα χρωματιστά πλακάκια, σαν μια εκμοντερνισμένη εκδοχή σπιτιών που έβλεπε από παιδί σε θείους και της έφερναν κατάθλιψη. Καμία διακόσμηση τριγύρω. Οι σφηνωμένες στον καθρέφτη φωτογραφίες, ήταν μια μάνας ξανθιάς μελαχρινής, δηλαδή μαλλί χρυσό με μαύρο φρύδι, που μικρόδειχνε. 

Την ενοχλούσε να κάνει έρωτα στα κρεβάτια γονιών. Ειδικά όταν τρίζουν τα σανίδια και σε κοιτάει αυστηρά από τον απέναντι τοίχο η γαμήλια φωτογραφία, με το ελαφρύ χαμόγελο στα πρόσωπα, δεκαετίες πριν, όταν η μάνα ήταν ακόμα με μαύρο μαλλί κι ο πατέρας είχε μαλλιά και λαμπερά όμορφα μάτια. Να σε κοιτάνε κατάματα που γαμιέσαι στα τέσσερα. 

Κι έπειτα  αναρωτιόταν τι είναι όλη αυτή η εμμονή κάποιων ανθρώπων, να γαμάνε μπροστά στους γονείς τους, νοερά, έστω. Ποιο είναι εκείνο το ψυχιατρικό στοιχείο που ενώ εκείνη την κάνει να μη μπορεί να συντονίσει τον οργασμό της μπροστά στην παρουσία της φωτογραφίας, ωθεί τον άλλον να σφυροκοπάει με πάθος, εντός έδρας, σχεδόν λυσσασμένα. Ενώπιον της φωτογραφίας που φέρνει παρόντα και τον πατέρα, να κατακρίνει, να επικρίνει, να ρίχνει την ηδονοβλεπτική ματιά του, να συγκρίνεται, όχι όπως είναι σε τρέχοντα χρόνο, αλλά με το πρόσωπο ενός νέου άντρα, του άντρα που ήταν.

Κάνανε χωριστά διακοπές. Της είπε θέλω λίγο χρόνο, να σκεφτώ, τι θα κάνω με τη δουλειά, οι γνωστές μαλακίες, το ήξερε και τον πίεζε, αν θες να χωρίσουμε, πες το σαν άντρας, ξεκάθαρα, δεν μπορώ τους ψυχοβγάλτες. Όμως εκείνος κουβέντα για την ταμπακέρα, τα σκέφτομαι ξέρεις, τι θα γίνει σε τρία κόμμα τρία χρόνια κι αργότερα και τέτοια ψόφια. Λες κι είναι τόσο δύσκολο να πεις, ως εδώ, δεν θέλω άλλο και δεν μπορώ, ό,τι είχαμε είχαμε αγάπη μου, δεν είμαι και για χόρταση, σώνει, τέλος.

Εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ, ήπιανε όλα τα λεφτά που είχαν σε ένα μπαρ κοντά στη θάλασσα με ξύλινο πάσο κι ωραία ποτήρια, που έμοιαζε με γαλλικό. Την έγδυνε με τα μάτια. Της το έλεγε κιόλας, είσαι πολύ ερωτική και τέτοια νόστιμα. Εκείνη τον άγγιζε με τα ακροδάχτυλα της στη βάση του λαιμού, στη μέση κάτω από τη φαρδιά μπλούζα. Πάμε να φύγουμε, λείπει απόψε ο αδερφός μου, να δεις κι αυτό το σπίτι. 

Στον ίδιο δρόμο, είχαν αγοράσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα καινούργια. Αυτή ήταν πραγματικά διακοσμημένη. Με κουρτίνες από πορτοκαλί συνθετική οργαντίνα. Επιδαπέδια βάζα με ψεύτικα λουλούδια. Ένα κρεβάτι σιδερένιο, με μαύρο ψηλό κεφαλάρι. Πίνακες με κοπέλες να τρέχουν σε ολάνθιστους αγρούς. Όλα πορτοκαλί, κοριτσίστικα, σαν το σπίτι που ονειρευόταν για πάρτη της η μάνα του, τότε, όταν θα γλύτωνε από την πατρική στέγη. Ένα σπίτι φτιαγμένο από το μηδέν για να μείνει ο ταρίφας γιος και να γαμάνε εκ περιτροπής, δυο αρσενικά κανονικά, βαρβάτα, μέσα σε αυτό το ανθισμένο πορτοκαλί όνειρο, του κοριτσιού που είχε ξεχαστεί στη μητρότητα.

Πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι, που έτριζε ακόμα πιο πολύ από το πατρικό του, ξεσκίστηκαν δυο φορές, η μία μετά την άλλη, σαν ζώα. Κάποια στιγμή μάλιστα της είπε, να δω πως θα μου τον σηκώσεις δεύτερη φορά, αλλά δεν υπήρξε φυσικά πρόβλημα κι ύστερα είπε στα καπάκια, πιάσε μου τον κώλο.  Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού που την έσβηνε τεχνητά το κλιματιστικό, από το θυμό της που την χώριζε και την πήδαγε ταυτόχρονα στη μικρή γκαρσονιέρα, την πνιγμένη στην πορτοκαλί πανδαισία, της ήρθε τόση αηδία καταμεσής της καύλας, που θα του έχωνε ολόκληρο το χέρι να τον σοδομίσει, αν δεν την ξύπναγε μια ματιά του, έτσι, μελί ματιά ανθρώπου που ευχαριστιέται.

Έκλεισε την πόρτα ασφαλείας πίσω της και βγήκε στο δρόμο. Μόλις είχε ξημερώσει. Ένιωθε ένα κάψιμο στο στομάχι και το κορμί ανάλαφρο. Στρίβοντας στη γωνία, σήκωσε τα μάτια στη μπλε πινακίδα της οδού. Πάνω της είχε κρεμαστεί ένα πορτοκαλί κορδελάκι που ανέμιζε. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου και μπήκε στο αυτοκίνητο, να φύγει γρήγορα, μακριά, μακριά από όλα αυτά τα χαμένα όνειρα που έκαιγαν καλοκαιριάτικα.

Monday, January 13, 2014

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα



To μετρό είναι το βαριετέ των περίεργων ανθρώπων. Μια υπόγεια φυλή, σχεδόν αλλόκοτη, ταξιδεύει από σταθμό σε σταθμό, βουβή, κατηφής, ηττημένη. Φορώντας τα πιο σκοτεινά κι αταίριαστα ρούχα, βρυχάται με μικρές άναρθρες κραυγές, διαμαρτυρόμενη, για το παρόν που της πέφτει αφόρητα στενό κουστούμι, τους στριμωγμένους συρμούς, τους διαβολικούς γέρους με τα μαγκούρια που σπρώχνουν να μπουν γρήγορα, απαιτώντας να καβατζώσουν μια θέση. Προσπαθείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, μα στρέφουν το βλέμμα στο πάτωμα, στο αόριστο σκοτάδι έξω από το παράθυρο, μέσα στο τούνελ, σε μια που μονολογεί, τσαλακώνοντας ένα κομμάτι χαρτί με θόρυβο, ξανά και ξανά, 

«H γη είναι τρύπα και η τρύπα είναι γη». 

Όμως ακόμα πιο πολλοί, ανατριχιαστικά πολλοί, πασπατεύουν το κινητό τους, ένας θεός ξέρει τι στο διάολο κάνουν αδιάκοπα με αυτό το μαραφέτι. Ένα κομψό ζευγάρι παπούτσια σπάνιο να πετύχεις πάνω τους, τα τηλέφωνα τους όμως φυσάνε.

*
Εκείνο το μεσημέρι, δεν πάει καιρός, που στεκόταν πάνω σε ένα κλειστό φρεάτιο, με πλάτη στον τοίχο υπό γωνία κι ενώ κουνιόταν ρυθμικά, ένας κύριος, πολύ καθωσπρέπει σε εμφάνιση, αλλά και σε τρόπους, ήρθε από την άκρη της αποβάθρας να τη ρωτήσει, αν αυτό στα πόδια της ήταν ζυγαριά. Απάντησε:

«Όχι φυσικά, είναι ένα φρεάτιο ηλεκτρικών καλωδίων»

και τότε έφυγε απότομα μακριά της, προς την αρχική του θέση, με μια λυπημένη έκφραση. Τον είχε, απολύτως απογοητεύσει. 

*
Τις μέρες που φορά τεράστια μαύρα γυαλιά, ήδη από τις επτά το πρωί, αξημέρωτα, σέρνοντας τα πιο βαριεστημένα βήματα του σύμπαντος, την πιο ακοινώνητη έκφραση του γαλαξία, υπάρχουν κάποιοι που έρχονται καρφί σε κείνη, για να ρωτήσουν την πιο απίθανη υπόγεια διαδρομή. Στις τουαλέτες του γραφείου κοιτιέται να δει αν έχει κάτι σοβαρό επάνω της, λίγο παραπανίσιο κύρος που να την ξεχωρίζει από το ανακατεμένο πλήθος. Δεν βλέπει τίποτα. Βλέπει την έκφραση της γκρίνιας με σάρκα και οστά και καταλήγει, το κάνουν επίτηδες, θα σκέφτονται:

«Να αυτή, αυτή με το ύφος, η σνομπαρία, αυτή θα αναγκαστεί να σπάσει τη σιωπή της και να μιλήσει, αυτή θα ρωτήσω. Για να μάθει.»

*
Tα πρωινά ταξιδεύουν με το τρένο εκείνοι που δουλεύουν στο κέντρο. Μπορεί και οι άφραγκοι. Σε λίγο οι τελευταίοι, θα πηγαίνουν με τα πόδια. Γυναίκες, κορίτσια και συνταξιούχοι. Παρατηρεί πώς κοιτούν όσους κουβαλάνε σακούλες με ψώνια. Σχεδόν με μίσος. Σταλάζει μέσα τους ο φθόνος του πεθαμένου από καιρό αλόγιστου καταναλωτή. Το ίδιο φθονερό μάτι θα κεντράρει πάντα τον ωραίο κώλο μέσα στο κολάν. Πονάς όταν δεν μπορείς να συγχωρέσεις την ομορφιά σε μια νέα γυναίκα, πονάς από την στέρηση, τα χαμένα χρόνια, την  αθωότητα που εξατμίστηκε σε φτηνές δικαιολογίες. Η μη αποδοχή της αρμονίας είναι η πιο βαθιά αναπηρία. Ο κώλος που χαζεύουν όλοι στο μετρό, θα υπάρχει, σκέφτεται, όσο και να τον λοιδορήσει κανείς, όσο και να τον μισήσει, όσο και να τον αγνοήσει, εκεί, στημένος, λάγνος, να θυμίζει, την ύπαρξη ομορφιάς σε ένα κόσμο ατελή, που οι εικόνες σκάνε σαν πυροτεχνήματα στο σκοτάδι, απότομα και με θόρυβο.

*
Η μόνιμη συννεφιά της απογευματινής επιστροφής, μια από αυτές τις μέρες που κάθονται σαν μολύβι στο στέρνο. Ψιλόβροχο και αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, έτοιμα να την καταβροχθίσουν. Ολόγυρα ούτε δυο μάτια να πιαστεί, ούτε ένα σώμα διαθέσιμο να ακουμπήσει πάνω του απαλά το βάρος της, με μια ιδέα άφεσης στην στιγμιαία ανθρωπιά της συνωστισμένης επαφής. Απελπισία. Ο ψηλός με το κουστούμι απέναντι, φτιάχνει το μαλλί του, ισιώνει τα πέτα του σακακιού του, αναρωτιέται αν βλέπει καλά. Αν αυτά που της γλείφουν το μάγουλο είναι δάκρυα. Δεν μπορεί να είναι τόσο γκαντέμης σκέφτεται, μια άγνωστη γυναίκα κλαίει μπροστά του, δημόσια, κοιτώντας ψηλά το ταβάνι, σα να περιμένει να βρέξει ελπίδα στο βαγόνι.

*
            Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, φρεσκοβαμμένα μαύρα νύχια, ασόρτι με τη διάθεση, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ την μέσα στο συρμό για Φιξ. Έπιασε κρύο, αυτό που με την υγρασία σου περονιάζει τα κόκκαλα.

«Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια» 

Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτά βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τα χέρια της δεν είναι ελεύθερα. Δεν έχει καλά καλά στεγνώσει το βερνίκι. Τον κοιτά ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγούνε στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια απορημένα. Φοβάται να του ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι τον γούσταρε. Θα αναθεωρήσει όμως αμέσως: 

«Μπα η ιδέα μου θα ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να ήταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;»

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.





πάνω σε μια παλιότερη και μερικές νεότερες υπόγειες αφηγήσεις
η φωτογραφία από το quoteco.com