Το ανθολόγιο της 5ης δημοτικού και η ανώνυμη αφιέρωση προτελευταία σελίδα, μυστήριο στα ανεξιχνίαστα / Το πρώτο συναρμολογούμενο πολεμικό αεροπλάνο / Ο γέρος με τα δυόμιση δόντια και τις σημαίες, κάθε χρόνο στο ίδιο σημείο της παρέλασης / Το ξύλινο σπίτι στο δέντρο, καράβι ταξιδιάρικο, σπηλιά, κρυψώνα, διαστημόπλοιο / Το σπασμένο χέρι και ο γύψος με την βαρκούλα πλέοντας / Οι πινέζες στη χάρτινη υδρόγειο και τα “θα γυρίσεις πίσω με πολλές ιστορίες” / Η πόλη των 3 εκατομμυρίων εαυτών / Τα 40 και κάτι σφηνάκια στο ονόκιο, νύχτα ενηλικίωσης / η άρνηση μου / η λύπη μου / Εσύ που την πυροβόλησες ακαριαία με το χέρι σου στον ώμο μου ξημερώματα παγκρατίου / Οι κόρε ύδρο και οι έρωτες τους / Η ανάγκη μου να φύγω / Τα τσιγάρα στις ταράτσες , η μόνη σταθερή βραδυνή συνέπεια / Η μέρα που είπα ότι δεν με ενδιαφέρει τίποτα παρά μόνο τα μάτια της / Τα σπασμένα πλήκτρα και τα τραγούδια που παίχτηκαν με τα υπόλοιπα / η ναυτική μπρούτζινη πυξίδα, δώρο συμβολικό / Φεγγάρι ολόγιομο στο Cine Paris, από τα πιο όμορφα / Το μυστικό που δεν ήξερες ότι μόνο εσύ ήξερες / Τα κίτρινα post-it με ψήγματα ‘φοβάμαι’ κολλημένα σε κάθε επόμενη κίνηση / Η σκέψη πως θα ‘φεύγες / Ο Γιώργος και η παρεξήγηση / Το ξέσπασμα στον δερμάτινο καναπέ μια περασμένη καθημερινή / Η μουσική -πάντα- ένα δίκτυ προστασίας στις νυχτερινές μου βουτιές / Η βροχή στην Ομόνοια και οι βρεγμένες εφημερίδες / Οι αποχαιρετισμοί στα αεροδρόμια, μικρές στιγμές πανικού / Το τραγούδι από τους Coldplay σε απευθείας μετάδοση από το κινητό / Το τραίνο για Αλεξανδρούπολη / Οι αποξηραμένες ζέρμπερες πάνω απο τη βιβλιοθήκη / Η Αφροδίτη Μάνου και η νύχτα της / Τα πιο μεγάλα κοκτέιλ του κόσμου στην Σκιάθο / Τα μακροβούτια στον αργοσαρωνικό / Μέρες ανεμελιάς και βόλτες στο βουνό με χαλασμένες ταχύτητες και πλατύγυρα καπέλα / ζαλιστική ζέση νησιώτικου μεσημεριού / Η συγνώμη μου / Οι Οrishas και το El kilo τους στο πάρκο παραμονές λιακάδας / H “Α” που έφυγε για Ευρώπη / Η “Ο” που έφυγε για Αμερική / Εγώ που έμεινα εδώ κάνοντας βόλτες με ανεμόπτερο πάνω απ’ τον κόσμο μου / Τα εφτάχρονα που φιλιόντουσαν μεσημεριάτικα στον Άγιο Θωμά / Εκείνη που κάθε φορά που άγγιζε τις χορδές το δωμάτιο μεταμορφωνόταν σε αερόστατο / και κάθε κύτταρο μου μαζί / Τάνγκο βραδυνό και αναπάντεχο πάνω στα τριώροφα συντρίμια δύο εαυτών· σαν σκηνή από άλλη ταινία / εκείνη η νύχτα που δεν με άφησε να περάσω απαρατήρητος με τίποτα / εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι, το πολύ σαφές και εντοπισμένο… / Τα δεν ξέρω / Τα γιατί μου / Τα γιατί όχι μου / Τα ίσως / Τα έτσι / τα Αλλιώς μου..
evZin: χωρίς instagram
evZin: One, The
“Κάποτε -πολύ μετά το τότε- κατάλαβα πια ότι αυτά που έχουμε κι αυτά που θέλουμε δεν μπορεί να είναι ένα. Και παραδέχτηκα πως ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να τα βάζουμε να τρώγονται μεταξύ τους, γιατί στο τέλος και τα δυο θα συμμαχήσουν και θα φάνε εμάς”
(Για αυτή του την κουβέντα του και μόνο.)
evZin: δεκαννιά Νοέμβρηδες
Με τον Α. δε λέγαμε πολλά. Είκοσι χρόνια μετά, οι φιλίες είναι πλέον κατοχυρωμένες και όσο πιο αυθεντικές είναι τόσο λιγότερη συντήρηση και ξόδεμα λέξεων χρειάζονται. Αυτό βέβαια είναι μια άλλη ιστορία. Τα βράδια στο φοιτητικοδιαμέρισμα, πότε το δικό του, πότε το δικό μου και αφού έφευγαν όλοι, εγώ και ο Α. είχαμε μια μικρή ιεροτελεστία δικιά μας, ολόδικια μας. Αυτός έπαιρνε την κιθάρα και γω στρογγυλοκαθόμουν δίπλα του. Φα δίεση μινόρε γραντζουνισμένο σε δύο τέταρτα ρυθμό, ήταν το σύνθημα και ξεκινούσαμε. Ένα και μοναδικό τραγούδι. Άλλοτε μια, άλλοτε τρεις, άλλοτε δε θυμάμαι πόσες φορές. Φάλτσα και οι δυο αλλά δε μας έκοφτε, ποτέ δε μας έκοψε. Θυμάμαι, που λες, χαρακτηριστικά σε εκείνους τους τελευταίους στίχους, “κουφάλες δεν ξοφλήσαμε” που ο Α. έκλεινε τα μάτια έτοιμος να εκραγεί απ’ την ένταση. Δεν τον ρώτησα ποτέ γιατί είχε ταυτιστεί τόσο με τον στίχο αυτό, ποιοι ήταν οι κουφάλες και γιατί τους έτασσε ότι δεν πρόκειται να ξοφλήσουμε. Κάτι δικά του σκεφτόμουνα, είναι, βλέπεις, γνωστός ο Α. για τις κοινωνικές του ευαισθησίες. Προχθές, στη μέση του αυτοκινητόδρομου, παλεύοντας με τους δικούς μου Νοέμβρηδες, την πήρα την απάντηση μου αναγνωρίζοντας για ακόμα μια φορά την αδυναμία μου να κολλάω στις λέξεις και στους στίχους και να δω παραπέρα.
Δεν ξέρω πότε θα ξαναανταμώσω με τον Α. και πότε θα ξαναδωθεί το σύνθημα με δυο γραντζουνιές φα δίεση. Αυτή τη φορά όμως, θα κλείσω και γω τα μάτια και θα τ’ ανοίξω στους τρεις επόμενους στίχους χαμογελώντας του με νόημα. Θαρρώ πως θα μου κλείσει το μάτι επισημαίνοντας “άργησες μα κατάλαβες”. Αυτός θα είναι και ο φόρος τιμής μας σε όλους τους Νοέμβρηδες που πέρασαν και που έπονται, καθώς και σε εκείνους τους τρεις επόμενους στίχους που μας άγγιξαν ετεροχρονισμένα, που αν δεν κλείσεις τα μάτια -τόσο δυνατά όσο τα έκλεινε τότε ο Α.- πριν τους ξεστομίσεις, δεν πρόκειται να αντέξεις το βάρος μήτε της δύναμης μήτε της ομορφιάς τους.
evZin: Το αγόρι και ο Φάρος
Δέκα λεπτά απόσταση από το τουριστικό κάστρο, βρίσκεται αυτός ο φάρος. Ο παλιός φάρος της πόλης μου. Αν δεν είσαι από αυτούς που ξεχνιούνται περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες και πέσει συμπτωματικά το μάτι σου στη θέα του, ή δεν έπαιζες και συ κρυφτό πίσω από το σπίτι της Χαρούλας, δε θα γνωρίζεις την ύπαρξη του. Οι άνθρωποι και τα πλοία τον ξέχασαν εδώ και καιρό το φάρο. “Nέες, τεχνολογικά εξελιγμένες ναυτιλιακές πυξίδες” είπαν στον φύλακα και τον μετάθεσαν επιστάτη σε μια εμπορική αποθήκη . Έκτοτε ο φάρος ερημώθηκε.
Υπάρχουν πλοία που έφυγαν για ταξίδι μακρινό. Που αναβαθμίστηκαν σε άλλα λιμάνια με νέες, πρωτοποριακές τεχνολογίες. Όμως γεννήθηκαν εδώ, σε τούτο το λιμάνι. Γι’ αυτά τα πλοία το φως του φάρου δεν υπήρξε ποτέ σύμβουλος μήτε καθοδηγητής. Σήμαινε Ασφάλεια, Πατρίδα. Ηταν η προαιώνια υπόσχεση που τους έδωσε το λιμάνι ότι όταν επιστρέψουν η καρδιά του θα κτυπάει ακόμη γι’ αυτά, με ρυθμικούς, κόκκινους παλμούς, στο πιο ψηλό σημείο αυτού του πύργου. Μόνο τότε, καθυσηχασμένα πλέον, μπορούσαν να αγκυροβολήσουν στην αγκάλη του.
Υπάρχει ένας μύθος στην πόλη μου. Για ένα αγόρι που έπαιζε κρυφτό και βρήκε ξεκλείδωτη την πόρτα του φάρου. Από τότε μάζευε εργαλεία και ξεγλιστρούσε κρυφά απ’ όλους τα βράδια για να επισκευάσει τον γέρο φάρο. Ένα βράδυ τα κατάφερε. Η καρδιά του λιμανιού κτύπησε και πάλι με κόκκινους, αργούς, σταθερούς φωτεινούς παλμούς.
Υπάρχει κι ένας δεύτερος μύθος στην πόλη μου. Για ένα καράβι εξαντλημένο από το ταξίδι, που δεν είδε τους παλμούς του λιμανιού και απογοητευμένο άλλαξε πορεία.
[..]
Σε ένα μικρό ήσυχο σπίτι, κάπου στα σύνορα αυτής της πόλης, έλαβε μέρος μια σύντομη στιχομυθία, που νομίζω πως θα έπειθε όσους δεν πίστεψαν στους δύο μύθους, όχι μόνο για την γνησιότητα, αλλά και για τη συνάντηση τους:
– Να προσέχεις τον εαυτό σου γιε μου.
– Δε με νοιάζει ρε μάνα. Εγώ να βουτήξω θέλω, να το προφτάσω να του πω να μην απελπίζεται, να στρίψει λίγο το τιμόνι και να δει ότι ο φάρος κτυπάει ακόμα. Ας πνιγώ ρε μάνα. Δώσε μου την ευχή σου.
[..]
Δεν ξέρω αν πιστεύεις στους μύθους. Δεν ξέρω αν έχεις καν την ανάγκη να πιστέψεις σε ένα μύθο. Αυτό που ξέρω είναι ότι εκεί που συναντιούνται οι μύθοι και τα παραμύθια, εκεί ακριβώς κρύβεται η ομορφιά. Εκεί ακριβώς..
.
evZin: Το κορίτσι που το λέγαν Άνοιξη
evZin: carved your name into my arm
οι ζωές μας. οι ζωές των άλλων. σταυρόλεξα για δυσλεκτικούς λύτες. ψάχνω με το κυνηγετικό τον μαέστρο να του βομβαρδίσω τα χέρια να πάψει επιτέλους. πυρ και κίνηση με άρβυλα και κράνος πάνω σε ξεχειλωμένες επιφάνειες. στόχος εθεάθη. προτού τραβήξω την σκανδάλη ευθύς διακτινίζεται εντός μου. ή κι οι δυό μας ή κανείς μου ψιθυρίζει. εξαφανίζεται. ξαναγίνεται εγώ.
“βάλε το χέρι αντήλιο”
Κουκλοθέατρα, παραστάσεις, ζογκλέρ στην Πλαταιών, παραμυθάδες στο Μέγαρο, η πιο αμελί γωνιά της Σόλωνος. Πλάκα. Αθήνα. όλα, μα όλα μια ιδέα. από που την ψωνίζεις με ρωτάς. μα εγώ να την πουλήσω θέλω. όσο όσο. θα σου δώσω και δυό καλειδοσκόπια δώρο. να τα ράψεις στα μάτια να δοκιμαστείς πόσο όνειρο αντέχεις.
“για να’ ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα”
Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία της είπε. τι άλλο να της έλεγε. εύκολα λόγια που επιβιβάζονται ακόμα πιο εύκολα στις διασταυρώσεις πάνω στο πρώτο μεγάλο φορτηγό.
“ο χρόνος που μετράει”
Η βουκαμβίλια στον κήπο άνθισε. το σιφόνι του γείτονα βούλωσε. μα δεν λυγίζω. έτσι είν’ αυτά. ένας γάμος, μια κηδεία. την βουκαμβίλια θα την υπερασπιστώ με τη ζωή μου. ας πάω φυλακή για την βουκαμβίλια. για έναν γαμημένο ανθισμένο Αύγουστο. δε με νοιάζει. το πετάω κι αυτό στη σωρό με τα “δε με νοιάζει” δίπλα στη βεράντα. στητός, περίοπτος, καμαρωτός. “προτού εισέλθετε εις κατοικίαν παρακαλώ επιθεωρείστε καλά”.
“talking about a revolution”
Τα με νοιάζει μου τα έκλεισα στο κελάρι μαζί με τα cabernet. ζω με την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα τα ανοίξω, ώριμα θα ‘ναι, μυρωδάτα, έτοιμα προς τέρψη. ποιος ξέρει; κανείς δεν ξέρει. ας είναι. “νοιάζω”. τι λέξη κι αυτή. σαν ξενέρωτο νιαούρισμα. να την απαγορεύσουμε. φροντίζω να λές. αυτό που αγαπάς να μην το νοιάζεσαι. είναι μαλακία. να το φροντίζεις. και να το χαϊδεύεις όσο μπορείς.
“κι έγινα μια βραδιά καραβοκύρης σου”
– τα παιδιά έχουν αργήσει.
– παιδιά είναι.
– για πόσο ακόμα;
– για όσο αντέχουν καλή μου.
“αν δε σε βρουν χαράματα πώς θες ν’ ακούς τ’ αηδόνια”
Μη σε μέλλει Κατερίνα. θα τα προσέχουμ’ εμείς.
κλείσε τα μάτια τώρα και ξάπλωσε πλάι μου.
“δώσμου τα μαλλιά σου να τα κάνω προσευχή
για να ξαναρχίσω, το τραγούδι απ’ την αρχή.”
evZin: τα φιλιά του Αυγούστου
Κατηφορίζαμε με το πρώτο φως, περπατώντας παράλληλα. Απ’ τη μια εμείς, ξυπόλυτοι, με τα χέρια στις τσέπες, σφυρίζοντας και κλωτσώντας πέτρες και από την άλλη αυτές, πιασμένες χέρι-χέρι, με πλεξούδες και φρεσκοπλυμένα λουλουδένια φορέματα που μύριζαν μαμά.
Τότε βαλίτσες, ακτοπλοϊκά, μαϊλς εντ μπόνους ήταν πράματα ακαταλαβίστικα, χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Όχι πως μας ένοιαζε να καταλάβουμε δηλαδή. Tο εισιτήριο διαρκείας για την πυλωτή και το χωράφι του απέναντι στενού ερχότανε τυπωμένο σε κάθε καλοκαίρι κι αυτό μας έφτανε, αυτό περιμέναμε. Μη φανταστείς ομηρικές διαδρομές, είκοσι-τριάντα βήματα όλα κι όλα. Εκεί ήταν το νησί μας, η απόδραση μας.
Αυτές έπαιρναν θέση ήσυχες στο πεζούλι της πυλωτής, χτενίζοντας ξανθές πλαστικές κούκλες και παρατηρώντας μας με κλεφτές ματιές να πασχίζουμε να τις εντυπωσιάσουμε πηδώντας φράκτες και κάνοντας τσαλίμια με την μπάλα: κοσιένα, κοσιδύο, κοσοχτώ, σχεδόν σαράντα, μια φτηνή δικαιολογία και πάλι απ’ την αρχή. Αργότερα – όταν βαριόντουσαν πια την παράσταση μας – σηκώνονταν, τέντωναν το λάστιχο και σε -σαν μαθηματικά υπολογισμένο- σχηματισμό χοροπηδούσαν εκστασιασμένες. Ανοιχτόχρωμα φορέματα που χόρευαν ανέμελα και άσπρα αλαβάστρινα λεπτά πόδια να αποκαλύπτονται την ώρα της προσγείωσης, βάζοντας φωτιά στα σωθικά και τις αισθήσεις μας.
Ο κόσμος της πυλωτής και ο κόσμος του χωραφιού, χωρισμένοι από ένα τσιμεντένιο πεζούλι, που οι φωνές, τα γέλια, οι διασταυρούμενες ματιές και η διάχυτη αθωότητα στην ατμόσφαιρα τους ένωναν, συνθέτοντας ένα ολόκληρο σύμπαν, το Σύμπαν μας.
Μόνο όταν σουρούπωνε και κινούσαμε προς τη θάλασσα σμίγαμε και γινόμασταν ένα πια. Καθόμασταν στην άμμο αγκαλιάζοντας τα γόνατα και λέγαμε ιστορίες: “εγώ θα κάνω το γύρο του κόσμου”, “εγώ θα κυνηγάω κακούς”, “εγώ θα κάνω δύο αγόρια και ένα κορίτσι”, “εγώ θα αγοράσω μια τεράστια μηχανή”, “εγώ θα σχεδιάζω σπίτια”, “εγώ θα παντρευτώ ένα καλό παιδί”, “εγώ μόνο από έρωτα”, “εγώ θα γίνω μάγκας”, “εγώ αρχόντισσα”, “εγώ θα μάθω όλα τα αστέρια”, “εγώ θα έρθω να σε βρω όπου και να ‘σαι”, “εγώ θα σε φροντίζω όπου και να σαι”, “εγώ θα γίνω εσύ..”, “‘εσύ μπορείς να γίνεις εγώ..;”. Πιανόμασταν χέρια και τρέχαμε μεθυσμένοι μεσ’ το νερό…
Κάποια στιγμή, πάνω στο παιγνίδι, αυτές – σαν συμφωνημένες μεταξύ τους και με τη φύση τους – έκαναν πως πνιγόντουσαν. Ωραία τα κόλπα με την μπάλα, για να σας δούμε τώρα. Κι εμείς ακολουθούσαμε, κολυμπούσαμε προς το μέρος τους. Μόνο που όταν τις πλησιάζαμε σε απόσταση αναπνοής, κουνούσαν χέρια-πόδια λέγοντας “χα! δες! μια χαρά τα καταφέρνω και μόνη μου!”. Άμαθοι ακόμα νιώθαμε το κόμπιασμα κάτω απ´ το νερό και την αυτοπεποίθηση μας να μάχεται να μπαλανσάρει με τους νόμους της άνωσης. Που να καταλάβουμε ότι αυτό δεν ήτανε παιγνίδι, δοκιμασία για πρόσληψη καπετάνιου ήτανε. Αργότερα, χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε όχι μόνο το παιγνίδι αλλά και αυτή την παράξενη συνήθεια να δίνει ο κόσμος στα καράβια γυναικεία ονόματα.
Το βράδυ αποκαμωμένοι παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτοι αλμύρα και με κατάμαυρες πατούσες, κουβαλώντας σε κάθε ίχνος του κορμιού μας την γλυκιά κούραση της μέρας. Χωρίζαμε στα σταυροδρόμια της γειτονιάς ανανεώνοντας το παιγνίδι μας για αύριο. Εμείς κλείναμε τα μάτια και σκεφτόμασταν μόνο αυτές. Αυτές έκλειναν τα μάτια και σκεφτόντουσαν μόνο εμάς.. Αυτά τα βράδια, αυτή την συγκεκριμένη ώρα, σ’ αυτή τη γειτονιά, αν στεκόσουν κάπου εκεί γύρω και αφουγκραζόσουν, μπορούσες να διακρίνεις νυσταγμένες παιδικές φωνές, σαν συγχρονισμένη χορωδία, να σιγοτραγουδούν “..ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου θα ‘σαι πάντα δικός μου..”, μέχρι να τις τυλίξει με το γαλάκτωμα του ο ύπνος.
.
§
.
Τα χρόνια της πυλωτής πέρασαν και ήρθαν τα επόμενα. Κόβω βόλτες γύρω από το χωράφι, τη δική μου αιώνια επιστροφή και σε βλέπω σε μια γωνιά να παίζεις με τα χώματα. Σε πλησιάζω μα δεν είσαι στ’ αλήθεια εκεί. Τα κορμί σου είναι αδύναμο, μουλιασμένο και παραδομένο στο έλεος μιας θάλασσας που σου σου ‘ριξε δόλωμα δροσιά και σε παράτησε να τσακίζεσαι στα βράχια της. Σου πιάνω δειλά το χέρι και σου φωνάζω να κουνήσεις τα πόδια σου, να μην πνιγείς, κανείς δεν πρόκειται να ‘ρθει να σε σώσει. Κολλάω το πρόσωπο μου στο μάγουλό σου και σου δείχνω με το δάκτυλο την πυλωτή και το χωράφι μας, διαβεβαιώνοντας σε ότι είναι ακόμα εκεί περιμένοντας μας να παίξουμε, όποιοι ακόμα αντέχουμε και για όσο αντέξουμε. Μόνο που αυτή τη φορά, θα κρεμάσουμε και μια μεγάλη και ευανάγνωστη σήμανση: «εδώ μόνο έρωτας», τώρα τίποτα δε θα εννοείται. Και οι παραβάτες δεν θα συγχωρούνται. Μα θα πυροβολούνται ακαριαία. Aπό μέσα μας.




