Μπορεί να κρίνεις αλλά ταυτόχρονα η γραφή σε κρίνει(πάνω εδώ θα κινηθώ)
Νέα Αρχαιότητα ο κατά Μπωντλαίρ μοντερνισμός,
Νέοι Χρόνοι όπως τους σχεδιάζει,
μια διαρκής υιότητα,άνευ πατρός
(Μέ πατριό Αρχιαστυνόμο
Τα ποιητικά του αρχεία στεγάζουν πορνεία)
είμαι λευκό κοτσίφι
με το τσουλούφι μου δώρο των ζωγράφων.
Με το γυμνό της ,θάνατος, στα ασπιδοφόρα ατελιέ
γυμνά στο χρώμα της ώχρας,των ξεβράκωτων.
Στο βάθος του ατελιέ φώλιαζε η κοκκινομάλλα Ιρλανδέζα
έκθετη πηγή Ζωής.
Γκυστάβ!Μή μού κάνεις πολύ στραβό το βλέμμα μου
όσο η πένα μου.
Ο Σάρλ τσαλαπάταγε τις αρβύλες του σέρνοντας
τα πόδια του σαν μεγάλες φτερούγες, ο ποιητής άλμπατρος.
---
Με αναγνώσεις παράλληλες η ελληνομάθεια προάγεται, γιατί όσο ρίχνεις στίχους χρυσάφι στο σακούλι της ζητιανιάς τόσο η αδέκαρη μαθητεία σου, κάνει να ζηλεύεται το απόκτημα.
Πόσοι ρυθμοί ακριβοί το δρόμο κεντούσαν;
Συμπύκνωσα την ουσία σας ,ποιητές μου
Σας απέσταξα μέσα στα σονέτα μου
εδώ στην πόλη των αρωμάτων,των αποσταγμάτων
ένα μπουκέτο ρόδα εωσφορικά
το άρωμά τους δεν θα εξαντλήσουν οι ερχόμενοι αιώνες
γιατί τα σφυρηλάτησα σε γρανίτη μπρούντζινο μαύρο
έχωσα την πένα μου στα απόκρυφα της γης
ανέσυρα τις Μελουζίνες νέες θεές σου
οι νέοι καθεδρικοί δεν έχουν διάκοσμο.
Αδελφικά θα σου μιλάω,γιατί ξέρω τι κανάγιες είμαστε όλοι
και θά είμαι αμείλικτος κι ίσως με καταλάβεις
δε θέλω τις υποκρισίες σου τις επιείκειες τη σιωπή
τη μοχθηρία σου θα στείλω εκεί που ξέρεις.
Σαν σε αγώνα δρόμου ανεβαίνει ο ήλιος
στιχοπλόκος και κάνει να ριμάρουν πρωινό με δειλινό
μετράει το ρυθμό κάνει τα βραχέα και τα μακρά
με τα δίχρονα να ταιριάζουν.
Σε όλων των δυτικών τα αμπελοχώραφα προσέτρεξα ξινό μου φάνηκε το σταφύλι τους, με τραβάει πάντα το βαθύ συναίσθημα του απλού μας στίχου ,με τις εικόνες του, τη βεβαιότητα, το εσωτερικό κέντρο βάρους, μια πίστη στη ζωή,την καταβολή,το ρυθμό.
Ένα ύψος σαν των κορυφών, πλάτος σαν των κυμάτων.
Μια αψηφισιά ολόκαρδο μένος,του βίου δοσμένος.
Τίποτε δεν ομορφαίνει τους τοίχους της μισερής μου σκήτης.
Μοναχικέ μου φυγόκοσμε, πότε θα μπορέσω να φτιάξω από το ζωντανό θέαμα της λυπηρής μου αθλιότητας έργα από τα χέρια μου και από των ματιών μου τις αγάπες; Όντας από φυσικού του ένας Σίσυφος ,άνθρωπος στραμμένος μέσα του, αυτοαναφορικός, κυλούσε την πέτρα του κατάρραχα όλη μέρα και αποβραδύς την εύρισκε στα πόδια του. Η όψη του πήρε ροζ χρώμα σαν να ψήθηκε το μυαλό του στου ποιητή τον καυτό έβενο, θυμώνοντας . Δεν έχει παρά να χαρεί τις καλλονές των μαύρων πρωτοείδωτων κυμάτων. Τέτοιο καράβι. Έχει τη μέθη του η πρύμνη.
Ένα στοίχημα που διαχωρίζει τα πνεύματα. Τόσο στοίχιζε η διακινδύνευση. Πόσο να μεθύσεις με σκότος; Δοκιμάζει ταυτόχρονα τη δική του τύψη, μπαίνει στη δοκιμασία του σατανικού, σπάνε οι βελόνες πίσω από την ομίχλη της Μορφής, δε χύνεται μεμιάς όλος σε στίχο ένα ή δυο ή περισσότερους, εκτείνεται προοδευτικά ενότητα την ενότητα ,κι ύστερα το πέλαγο που έγινε ωκεανός είναι ακαταδάμαστο, Δήλιοι κολυμβητές κάθε τόσο φέρνουν στην επιφάνεια καινούργιους θησαυρούς, τα Κύθηρα τα ίδια με το μύθο τους, να απλώνεται τραχύς μεθυστικός με του όπιου τη νάρκωση με τα μελανιασμένα δειλινά τα αμείλικτα βράχια. Και τα βασίλεια της Αφροδίτης να έχουν του σάπιου φυκιού την οσμή ,ώ λαχτάρες του στίχου υγρές, ώ αστραπές μαύρες που ξεχύνονται από τις τεμαχισμένες σάρκες των καταδικασμένων, των εκτελεσμένων ώ σκηνικό !
Που να στραφεί ο ποιητής ως εξουσίαν έχων πνευματική; Έχει χρέος να ρίξει αστραπές και κεραυνούς τους στίχους του επί δικαίων και αδίκων, δικαίων γιατί εδίστασαν αδίκων γιατί οι χαμέρπειες επερίσσεψαν. Η τέχνη ανθοδετική ο ρυθμός σαν άρωμα στο στίχο, το ήθος μετρά η άρνηση, φαρμάκι ήταν το άρωμα που μου' δωσες ζωή μια προετοιμασία για θάνατο . Άπαξ και ξεκίνησε των βυθών τα παιχνίδια ασταμάτητος θα ανοίγεται στο σκοτάδι τους που τον τρέφει γητειές κι άφθονη δίψα.
Τα μάτια σου πράσινα, στων δηλητηρίων το χρώμα δηλητήριο που χύνεις στην ψυχή μου ώ γυναίκα στριφνή. Ανήσυχος σ' ένα παγκάκι σκυμμένος στο σονέτο του όλο το πρωινό, ασπάζεται στο βάδισμά της τους σφριγηλούς αστραγάλους γαλάζιους από το παγωμένο της αίμα, φρεγάτα στο πέλαγος των μεγάλων πλατειών σείει τους όχλους καθώς διασχίζει , σφριγηλά τα δυο της μπράτσα περισφίγγουν τον εραστή ,γίνεται κτήμα του, η μορφή του αποτυπώνεται σαν στάμπα στην καρδιά της.
Στη χλιδή των παραδείσιων πουλιών στη μυστική σου κάμαρα όπου ένα μεγάλο στρείδι σε κλεί μαργαριτάρι μ' ένα υάκινθο πορφυρό στο αυτί πονεμένο μάτι υγρό που με ποτίζεις όπιο . Και ξαφνικά δραματικό το θέατρο μετατοπίζεται η καρδιά πλέκει το εγκώμιο σε ό,τι έχει χαθεί. Το βάθος τρέχει ίλιγγος μια ερήμωση ένα ρήμαγμα τα τοπία της καρδιάς σαρωμένα απ την πανούργα γυναίκα το μόνο που θα αποτρέψει τη συντριβή προς στιγμή ένα σονέτο . Κινεί την πένα σαν ρομφαία Αρχαγγέλου.
Αν έχεις την πατρίδα μητριά μην περιμένεις ως άσωτο γυιο να σε δεχτεί πίσω, θύοντας το σιτευτό για χάρη σου. Εδώ μπήγει την πένα του, η μπαλιά θα βρει συμπαίχτες στην επόμενη γενιά έτοιμος για όλα.
Στίχος αρχαίος και βαρύς από ρωμαϊκό μπρούτζο να τον νιώθει η σάλπιγγα εορταστικό στων θεάτρων την αυλαία,
ώ δηλητήριο πράσινο ,τα μάτια σου κυρά μου,
ώ το σάλιο σου που κόλλησε αμαρτίες στην καρδιά μου.
Φτερουγάει η καρδιά σου κάποτε, γίνεται κόκκινο πουλί;
Σκαρφαλωμένοι στα μαστιχόδεντρα χιώτικα όνειρα ,εικόνες απ το σχεδιαστήριο του Θ. ο χρόνος ποτισμένος μαστίχα γίνεται σύμμαχος σε παιδικό ραβαΐσι στον κήπο του φεγγαριού. Η κόκκινη τουλίπα είναι αυτοφυής στη Χιό,λαλάδες, και που πυρακτώνει τα λιβάδια είναι για να σαγηνεύει τα ιπτάμενα κορίτσια. Η ποίηση δεν παρατηρεί βιώνει, δε γράφει ,ποιεί. Δεν έχω χρόνο δεν έχω καιρό τρέχει η μέρα μου σαν τη βροχή στα λούκια .Μέρα Βροχής.
*
Για σας ηχούν τα σονέτα μου.
Οι ρίμες του γίνονται όλο και πιο εσωτερικές, πνοή ποιητή πάνω στο στέρνο του, αφυπνίζοντας τα κορίτσια του κόσμου , μερίζεται τόσο συναίσθημα κατά μήκος των στίχων ώστε καθίσταται ανεξάντλητο το σωρευμένο του μέταλλο .Η μουσική του είναι η μουσική των τεχνητών στοιχείων τα αρχαία βιολιά κι οι φόρμιγγες έχουν ένα τόνο λυρισμού, κρουγμένα όλα από ρυθμούς ανάμικτους όπως τα ανακαίνισαν του μεσονυκτίου πειραστές, δίπλα μου ο δαίμονας και γύρω άνεμος μπαίνει μες στο πνευμόνι και το γεμίζει πόθο αιώνιο. Δεν είναι ο Εωσφόρος , όμως είναι πλήρης πνεύματος,έτσι που ο στίχος του έχει δαιμονική στιλπνότητα από ρευστό έβενο νυκτερινών λιμνών, άνεμοι αρώματα θηλυκά, σφοδρά συνωστίζονται μέσα στα σονέτα του.
Τον καιρό που όλες οι κολασμένες της γης γυρνοβολούσαν στο Παρίσι και το είχαν κάνει ένα ατέλειωτο ανεμίζον φουστάνι ,του φτάνουν οι σουβλερές του ρίμες τους κολασμένους στις φλόγες να ξεροψήνουν. Το στίχο του, σαν μαστίγιο που βαστούν οι ερωτευμένες, μαστίγιο που είναι βιτσιές που εισπράττει από τα μάτια τους.
Κύθηρα κατεχόμενα. Ο μοντερνισμός είναι ήδη αρχαίος εκεί που ο έβενος ρέει μαζί με τη μαύρη φωτιά που όλα τα ρημάζει,δίνει το μακρύ του μαστίγιο του στίχου που ξέρει να γίνεται κρεμάλα τρίκλωνη αιωρούμενη .Το ιδεατό συντρίβεται , όπως τότε που ο ποιητής ανέβηκε στο ικρίωμα. Δεν μπορεί να κάνει πίσω ο θεμελιωτής της μοντέρνας αρχαιότητας ,την καρδιά του σαβάνωνε κορακίσιο πτέρωμα. Κι όταν η γυναίκα το κατώφλι περάσει προς τα πυρακτωμένα δώματα των ερώτων ,το κορμί της πυρπολημένο και βαστάει πυρσό ,ένας άνεμος τη σπρώχνει πιο βαθιά να ριχτεί ως εδέσματα να αδράξει με τα δόντια να κατασπαράξει τις σάρκες που φλέγονται.
*
Δε θέλετε να υπάρχει σχισμή;
Τι ενδιαφέρει με ποιά χρώματα θα ντύσεις την άρνησή σου; Δεν μπορεί να μην σκίζεται το ποιητικό όραμα από το ηθικό στερέωμα των υλοποιήσεων. Τη γκάμα του κακού την κάμα του φονικού ,το “απελθέτω” . Το ποιητικά ειπωμένο δεν είναι τόσο απλό, κοχλάζει το κρασί προμηνύοντας τη μέθη ,η ζύμωση έχει ρυθμούς, παραπλέω την ποίησή του γι αυτό του λέω αυτά που θελει ν' ακούσει. Μια στιγμή γίνεσαι το ποίημά του ,που θα το αρνηθείς.
“Των ανθρώπων η ψυχή δίψα που την έχει
σε ψυχή ν' αντικριστεί ,το μυστικό της καθρέφτη”
Αν δεν σκάψεις ορύγματα το ορυκτό δεν έρχεται και να σκάψεις την ίδια του τη φλέβα, τον είχε γεννήσει η πόρνη η μούσα έχαιρε στο κάλεσμα της οπτασίας.Παίρνω σβάρνα τα σκοτάδια εθίζω το μάτι μου στη μαύρη οθόνη.Τον Κάτουλό σου προσκύνα αρχαίε κύνα.
Στην απεραντοσύνη σου θάλασσα γλιστράει το άπειρο των ματιών μου ,λίκνισε κύμα το ταξίδι μου βαθιά στο άγνωστο θα βρούμε το καινούργιο.
*
Το νέο ένιωθε τον εαυτό του.
Της ποίησης ο ρυθμός είναι και ρυθμός αργόσυρτης ανάγνωσης, στην ποίηση την παλιά η αποστήθιση ήταν κανόνας κι ευχαρίστηση ,ετίθετο κι ένα θέμα αφομοίωσης μέσα στα γράμματα, ήταν στοιχείο εγγραμματοσύνης, όλοι κάτι καταλάβαιναν από τις κορυφές της ποίησης, κι όλοι κάτι απαγγέλαν ,κάτι προτιμούσαν και ήταν στο κυνήγι του καινούργιου,ορμούσαν να δεχτούν πρώτοι καταπρόσωπο το νέο αέρα από τα πράγματα της τέχνης που ανανέωνε τον κόσμο, έδιωχνε το αραχνιασμένο.
Κάνει παρέα τη θύελλα εξόριστος απο τη γή. Οπωσδήποτε στέκεται ψηλά κι ας είναι στο υπόγειο ,σκοπεύει από την κορυφή του κόσμου τα αέναα ήθη , είναι ήδη ένας αρχαίος, γεννήθηκε στην αρχή του κόσμου κι έπιασε θέση στο τέλος του δρόμου.Κεντάει το στίχο του με πυρωμένη σακοράφα, και στο ρυθμό του έβαλε όλης της γης τα φάλτσα.
Όλοι μαζί οι άνεμοι από τον ασκό του Αιόλου, ανοίγουν τα πανιά του, τρικάταρτα τους ωκεανούς γυρίζουν, καμιά σημασία ,αν κάνεις το σύμπαν λιγότερο μισερό,λιγότερο μισερές τις στιγμές.
Τινάζεις τη χαίτη σείονται τα δυό σου ημισφαίρια
Κάθε ίνα στο κορμί μου φωνάζει: σε λατρεύω !
Τόσο συνήθεις όσοι σπούδαζαν τη νύχτα , σύναζαν δαίμονες στην καταιγίδα η Τέχνη θα τους κρίνει. Σαν ένας κρατούμενος ξορκίζω κάθε μέρα τους περιορισμούς που μου όρισε το σύμπαν.Χτυπώ σε κάθε κατεύθυνση μπας και χαλαρώσουν οι αρμοί να μπει το άγνωρο εκεί να κατοικήσω ή έξω να ξεχυθώ, είναι ένα σύμπαν πλάσμα της ματιάς μου και της καρδιάς μου. Χωρίς εκείνης τη χάρι τίποτε στο άστυ δεν προξενεί τη χάρη. Το πέρασμά της, η ακτινοβολούσα ξεδιαντροπιά της κάνει τους αρμούς του κρανίου να τρίζουν, οι γοφοί της χαστούκια στα μάτια .
*
Στήθος στον άνεμο
Διψούν οι αέρηδες αναριγούν χαϊδεύονται, σ αυτό το κοίτασμα,έρχεται η υποχρέωση, δε γυρεύουμε πλούτο αλλά τη διάσωση απο αυτό που μας καταποντίζει, τη σοβαρότητα της ευθύνης.Τα έχει εμβολίσει ο καιρός, τέτοιες στάσεις πια δε φαντάζουν, τι γίνεται τώρα με αυτές τις οπτικές;
Έχουν αρχαιολογική τιμή , την όραση του ποιητή την πιάνεις εκεί που λοξεύει πολύ το βλέμμα του.
Στην πόρεψη του στίχου είναι ο ποιητής που πορεύεται,
δεν είναι το ανάμεσα του στίχου μόνον,είναι κι ο στίχος.
Από την ύλη του πλασμένος με το ποιητικό του ραβδί
ποίμνιο τα πάντα.Ο βοσκός του Όντος.
Αναδιπλώνει το απολλώνιο. Ένα μάτσο βέλη
εξακτινώνονται προς κάθε κατεύθυνση,ο πυρήνας καίει.
Τρέχουν στα μάτια μου τόσα που αφανίστηκαν στο άσπλαχνο διάβα των πιο αθόρυβων καταιγίδων .
Έχουμε να κερδίσουμε κάτι κοιτάζοντας κατάματα ό,τι μας θίγει ,διέσπασα τη δυνατότητα έπλασα του ονείρου μου το αστέρι, δεν καταλαβαίνετε ότι η ποίησή μου έθεσε το απόλυτό της;
Τώρα δεν περιμένω παρά μόνο από μένα, από μένα που απολαύουν το παν οι δικές μου Μαινάδες, τους χάρισα τον πλούτο της Καλλωνής τους, τούς έδωσα χάρες που δεν είχαν έκανα τη διαβολική τους γοητεία να λάμπει φώτισα με ένα άλλο φως, εωσφορικό αληθινό μοιραίο, μέρος της ηθικής πορείας, διαβολική ομορφιά ,σατανικά κόλπα, μνήμες μου θύμησες παλιές βαριές σαν βράχια. Την πόλη και τη σκηνή της που είχαν εκπαιδεύσει οι σαλτιμπάγκοι όλο το θαμένο μεγαλείο όλοι αυτοί οι νικημένοι πώς κάνουν με το βάρος του το σοβαρό, και τη βαρύτητα να αλλάζει;
Κι έπεφτε με δύναμη ογκώδη ένας αβέβαιος κύκνος εν μέση αγορά χτυπώντας τις φτερούγες του στη σκόνη για να τις πλύνει .
Του κάκου, γύρω του σαν γύρω από λίμνη, τα πλήθη χαχάνιζαν ανόρεχτα στη γερασμένη πόλη.
Μπήκα στην πόλη ,το γηραιό αυτό πλοίο, που ο σοφός ποιητής είδε να μην υπάρχει γι αυτόν γιατί δεν υπήρχε μήτε οδός ,ταξίδια άγονα αγίνωτα ταξίδευε της Αλεξάνδρειας ο Άρχων, χωρίς πανιά η ψυχή του χόρευε,αρχαίος παλιατζής σε τερατώδη θάλασσα πάνω ,και χωρίς ακτές. Γέρασαν μα γοητεύουν.Επικίνδυνα γηρατιά,έτσι όπως γέρασε η όψη των πραγμάτων, μας παρασέρνουν κι εμάς μαζί τα χαλάσματα, φθίνουμε πάμε, η ατυχία με δίδαξε να βλέπω αυτά τα θέλγητρα.
*
Μέλι του πόνου
Ο ήλιος έπεφτε,σαν πληγωμένος έβαφε με το αίμα του κόκκινο τον ουρανό και με πληγές, είχε αετού μάτι , μέτωπο μαρμάρινο, φτιαγμένο για δάφνες .Εκεί μακριά το βλέμμα μου κι όμως κοντά σας μέχρι το τέλος σας, σάς γνοιάζομαι σάς βλέπω ερείπια,χαλάσματα,του απείρου δρέψατε ηδονές. Αναπροσαρμόζεται η πνοή, οι στίχοι επιμένουν επιβεβαιώνουν την ευθύνη τους αναλαμβάνουν τον πόνο νέες διαχύσεις σπέρνουν μέσα στο βάθος των πραγμάτων. Στην αρπάγη, από κάτω ,του θεού, χορεύετε άθελα πάνω στα τακούνια της νιότης σας. Μέσα στα σκοτεινά σας μάτια στη σκοτεινιά πλοηγός, έχουν το μαύρο των ματιών τους σύντροφο και την αιώνια σιωπή συμβία.
Σαν ξαφνικά διαβάτισσα ,το φουστάνι ανέμιζε
σκόρπισε και το λίγο μυαλό που είχα
γυναίκα όλη θέλγητρο πέρασε, μου πήρε τα μάτια.
Γύρω μου ο δρόμος βούιζε ίδιο ουρλιαχτό
λεπτή ψηλή πένθιμη ,φανταχτερή
αναβαστούσε τον ποδόγυρο που φουρφούριζε.
Πέρασες,Συννεφούλα,
σαν άνοιξη σ' εκείνα κεί τα περασμένα νειάτα
μήν ξαναγυρίσεις ,εσύ που πάντα γύριζες
δεν έχει πια νύχτες εδώ,ξενύχτια μήτε.
από της πόλης το κοχύλι θεοσκότεινη ομορφιά
με δάγκωσαν μες απ' τα κόκκινά σου χείλη
τα δόντια σου τα μαργαριταρένια.
Άνοιξη με τ' αγκάθι σου!
Που άργησες λίγο το βήμα
ένιωσες που σε ένιωσα γέννησες ποίημα
ο άνεμος έγινε από μετάξι
το φουστάνι σου είχε πετάξει
πάνω στα μάτια μου τρικυμίες
Μέσα στου δρόμου το βουητό
δε θα αφήσω να πετάξεις μακριά από μένα
το στίχο μου λάσο έκανα, αδάμαστη, για σένα
μέσα στο ποίημά μου τώρα οι καλπασμοί σου
όχι μόνο για θαύμαση,πλέχτηκαν οι πλοκαμοί σου
αγχόνη
μα να, ταράχτει του κακού η ακινησία,
να ξεναμιλήσουμε τη γλώσσα που μάς έλεγε.
Η ηθική άρνηση με σφυρί το κοινότοπο σφυροκοπά το ακατανόητο θα τα εξαντλήσεις τούτα τα κιτάπια όταν τα ενώσεις στη ματιά σου .
Η ιδέα ήταν εξαντλημένη ,η κατήφεια κατεβάζει το καπέλο της μέχρι τα μάτια η όραση γίνεται ενόραση η μάγισα ποίηση καθεύδει. Έχει κατέβει τα σκαλιά. Διασχίζει μια κινστέρνα,δοκιμάζουν την τύχη τους ρίχνουν το ζάρι , αυτό το κρύσταλλο του βουνού ,θα πιούν την κούπα του επαρχιακού άστεως άσπρο πάτο.Εκεί μέσα θα ναυαγήσουν.Σε μια Δεξαμενή. Ολόγυρα.Στη Δεξαμενή ολόγυρα.Κοιτάζονται στα νερά της.Τα έχει συγκεντρώσει ,νάματα αττικού καιρού.Τους μάγεψε, τους μάζεψε, κλώσσα,από του ελληνικού κάθε γωνιά, τα δημιουργικά της παιδιά. Τα πότισε χολή.
Σε ανέσυρα από τον πίνακα που δε σε κολακεύει, είναι ίσος σου
Μπορείτε να μειώσετε τα πιο όμορφα μάτια;
Χτίσε με στίχε ,χτίσε με μες στο απαλό σου κονάκι
γύρεψα μια βέργα τσουχτερή
έκανα ταμείο,τα συν τα πλήν τα μείον
Τα όνειρά σου μην τα καις το κρύο δε θα ανακόψεις
έχει άλλες σαράντα εκδοχές και άλλες τόσες όψεις
μην ξοδευτείς σε μετοχές
Γαζέλα από έβενο τι ήρθες να στολίσεις τα χιόνια μας
ο ουρανίσκος μας δεν συνηθίζει να γεύεται χαβιάρι
και τι θα βρεις μες στις θαμπές ομίχλες μας;
Μόνο το τραύμα έχει μείνει ,ο θάνατος,χρωμάτισε την πόλη για πάντα, έδεσε πάνω του σάρκα της σάρκας του, αρνητική πνευματικότητα, από όλα τα πορτοπαράθυρα αντικρίζω το άπειρο και στο μυαλό μου ο ίλιγγος βουίζει .Σε ζηλέυω που είσαι απαθές. Σε ζηλεύω ώ τίποτα.
Μη. Βγαίνεις έξω από τους ρυθμούς
Κράτα μια ισορροπία στους δυό τροχούς
Δάκρυα ποτίζουν την καρδιά κλαίει το αίμα. Εκείνο που απολιθώθηκε κι έγινε μνήμη διαρκής είναι η εικόνα του επίμονου.
*
Η γνωστική τρέλα του Εωσφόρου
Τη λάσπη αυτή τη χρυσαφιά,
κατακάθι κρασιού την έσφιξα στο χέρι μου.
Δες κι εμένα πλασμένο από τα γήινα χέρια μου
“ ώ αυτές οι γυναίκες μου οι αθώες
για σάς τις έπλασα ονειροπόλες”
Όλα σωπαίνουν η καρδιά χτυπά
ρυθμός στη σιωπή του θεού
Από ένα ξερολίθι έσταζε στάλαχμον η Λήθη
Στην Πενταποταμία ζάλη και τρικυμία
στις ψυχές
στου χάροντα τη βάρκα σας πάω τσάρκα
κοιτάζοντας το αυλάκι του πλοίου
θυμήθηκα το αυλάκι της πλάτης σου
σε όργωνε ως κάτω η ομορφιά.
Γεμάτη δόξα και συμφορά ώ πόλη
τοπίο που σφύζεις ,απόλαυση και κατάρα για τα μάτια
πώς σε σκουντάει ο χρόνος σε κάθε εποχή είτε στις δόξες
είτε στις συμφορές;
Εγώ εδώ χάθηκα χάλασμα και ναυάγιο
μ΄'έστεψε η γριά μούσα μου τα βιωμένα της μυστήρια
εκεί να βλέπω εγώ εκεί που εγώ κοιτάζω
είναι κόσμος ερχόμενος ένα άπειρο άλλο
είμαι ο θεόστραβος της παραβολής, τη Σιλωάμ δε συλλογούμαι
γυναίκες-
είναι αυτές που συνδράμουν το κακό είναι τα άνθη του
το κακό τις χαίρεται ιδιαίτερα
Στο Παρίσι κάπνιζαν την πίπα στην Αθήνα μαστούρωναν, τους μέθυσε η πράσινη θεά έσκαψαν τον ίδιο κήπο, το μαύρο κήπο του κακού με τη βαριά μυρωδιά. Έχρισε τα μεθυστικά όπια και το αψέντι θεό κι αφέντη. Μετά την καταβύθιση στα ερέβη του 20ου δεν ύπήρχε άλλος δρόμος για τις ψυχές.
Μόνο η τριβή δίνει εκείνα τα δώρα που κόμιζε ο ποιητής ακριβά δώσου στους ποιητές. Πού καθρεφτίζεσαι καρδιά μου;
-Σε μένα, που είμαι διάφανη,πού αλλού; είμαι εδώ που πονώ,εδώ και το εγώ. Ο πόνος μου με γέννησε.
Το όστρακο, του ουρανού σαν σβήνει,
κλείνει όλο το γαλάζιο μέσα του.
Ό,τι ονειρεύτηκα έγινε στίχος, κάθε που σκόνταψα πήγε στο πεζό -έχω τη γεύση του Μηδέν εγγύηση και μέτρο.
Αίμα: το κρασί των δολοφόνων .Δείχνει τον εαυτό του ένα σκαλί πιο κάτω από την ηθική της πόρνης,εκείνη πουλάει μόνο το κορμί της, εκείνος πουλιέται όλος, πνεύμα και σώμα.Στην ηθική του έρωτα η αμαρτία είχε εξέχουσα θεση.
*
Οι στοές της ποίησης
Η διαλεκτική της ακύρωσης ,είναι ο ποιητής αποσπασμένος από τον κόσμο; Το πνεύμα του ,ο πραγματικός σατανάς, μας παρακολουθεί μέσα από το στίχο , το κοινό που τον διαβάζει περιμένει στην άκρη της κάνουλας να αρχίσει το κρασί να στάζει στο στόμα του. Αυτό το κοινό διψά, έχει παραδοθεί στη μέθη του στίχου του, το σονέτο που τον κατηχεί, είναι οι δασωμένες πόλεις ,πνευματικά παιδιά ,τα γέννησε με πόνο και θυμό.
΄Οταν μου υπόσχονται τον ουρανό στην πραγματικότητα μού περιορίζουν τη γή.
Τούτη εδώ η μποέμισσα το παν είναι για μένα περιπλανιέμαι στην πιάτσα να τη γνωρίσω δε θα πω ψέμα,να πουληθώ γυρεύω πρό πάντων.
Μπορείς να με συλλάβεις ή κινδυνεύεις να σε συλλάβω, αυτό λέει κάθε φιγούρα απόμακρη στη Μεγαλούπολη. Μέσα απ το μυθιστόρημα προβάλλει και μια άλλη ζωή,πλάσμα της ζωής ,γέννημα του συγγραφέα που μόλις γεννιέται κι αυτός. Ο άνθρωπος των στοών έχει ξαναγίνει άνθρωπος των σπηλαίων έχει επιστρέψει στην αίθουσα εκθετήριο στα Σαλόνια-Σπήλαια.
Κάποια διαβάτισσα ακριβή μέσα στο πλήθος κοίταξα μ έσφαξε η ματιά της
Έρωτας με την τελευταία ματιά.
Και σε είχα τόσο βυθοσκοπήσει, τόσο κι εσύ.
Ξεπάγιασα ,σαν να βρέθηκα απότομα σε χιονισμένη βουνοκορφή , μου έλειψε το πλήθος της πιάτσας .
Όστρακο μαύρο η νύχτα, ο ουρανός σαν σβήνει ,κλείνει όλο το λαζούρι μέσα του . Ξωτικές εμπειρίες στις μεγαλουπόλεις , κείμενο σκοτεινό η φωτισμένη λεωφόρος χωρίς διαβάτες.
Είμαι του ανόργανου η ψυχή ,η ελλείπουσα ουσία του, η ζωή.
Σκίστηκε το μαγνάδι κι είδαμε το μπούστο σου μικρή μου ενήλικη πόρνη Μεγαλούπολη στην πιάτσα σου τη μισόκοσμη. Με όλο σου το μακιγιάζ δεν κρύβονται οι ρυτίδες σου μεγάλωσες απότομα σκλήρυνε η σάρκα σου βράχνιασε το γέλιο σου.
Που το μηδέν δοκίμασα γεύση του τίποτε. Πόλη χτισμένη με πέτρες και με αίμα.
Η ποίηση του δεν παρατηρεί ,βιώνει.Δε γράφει ,ποιεί. Δεν έχω χρόνο δεν έχω καιρό τρέχει η μέρα μου σαν τη βροχή στα λούκια .Μέρα Βροχής.
Εγώ πάλιωσα μέσα στο τώρα. Βαδίζοντας στο άπλαστο ακόμα.
μαύρη πάνθηρας, το λυπημένο δέρας
Τα φάλτσα από το μπούστο σου κι απ' τον ποδόγυρό σου
το χέρι σου το αβρό σου με σέρνει στο χαμό σου
Διαβάτισσα που χάνοσουν μες στων πολλών τη δίνη
πίσω σου πολλαπλασίασες όλεθρο και σαγήνη
Μπορεί μια τέτοια συμφορά σήμερα να τρομάζει
δεν είναι όμως ανύπαρκτη στου έρωτα το χάζι
Σαν οι τροχιές των άστρων μας διασταυρώνουν οι λάμψεις μας
Βγήκες από το δοκιμαστήριο την ώρα που έμπαινα
σχεδόν θα με άγγιζαν οι βιαστικές βλεφαρίδες σου
μόλις συναποκόμιζες το τελευταίο σου εσώρουχο
με τα στο χρώμα του αίματος μακριά νύχια σου
Με το χαμόγελο της σφίγγας σάς κοιτάζω
από ερήμους αχανείς τους άμμους καθώς σπουδάζω
υπάρξεις πολύτιμες μα αγνοημένες
που πάνω σας μόνο οι δαντέλες σκιρτούν
θέλετε ποίηση θέλετε χάρη
τώρα που αγριεύει ο θόρυβος πέφτει σκοτάδι