ΚΕΥΘΜΩΝ

Απολυτίκιο για μικρές βδομάδες

Στην αλλαγή των εποχών
το Δι’ ευχών.
Τα μάτια του, δυό άλμπατρος
για πέλαγος τρελαμένα,
το σύμπαν καπέλο του.
Άλλο άλμπατρος περιπλέει
τη σκοτεινή φιγούρα του.
Ωκεανός ουρανός μόλις που αγγίζονται
στη φτερωτή γραμμή του ορίζοντα .
Είναι πυθμένας ψυχής ό,τι κυματίζει
είναι ένα φως που τρέφεται από μέσα,
πελαγίσια γραμμή θιγμένη
από θύελλα ερωτήσεων κάθε πρωί.
Πώς να κραυγάσω το λευκό που με τυλίγει
βρόχοι αφρισμένοι Αχέροντα κατεβασμένου
στο σκούρο το θαλασσωμένο . 29.10.13

Αρχικά είναι μια συντριβή στην οποία αντιστέκεται όπως συντριβάνια γεμίζοντας παντού, αντί νερά, γραμμένα στο νερό αναυλίσματα. Ο συγγραφέας έσκαψε τα λαγούμια της ζωής προς κάθε κατεύθυνση όμως όλο αυτό είναι φαντασία, όσες πραγματώσεις αν έχει, πάλι το ρεύμα της ζωής τα εξαλείφει, ιστορικότητα είναι από το άπιαστο που μένει να πιάνεις το τώρα, αυτή τη σύνθεση από πριν και μετά και έτσι στην αιωνιότητα.
Ο γιος της μαμής δεν μπορεί παρά να ξεγεννάει, μήτρα του είναι το “έν οίδα ό,τι ουδέν οίδα”.

Ψιθύρισμα ψάθας

Τις Κυριακές τα βράδια μελαγχόλησα
έγερνε σαν κατήφορος μού ‘παιρνε το καλύτερο
πριν έρθει ματαίωνε την προσδοκία
που είχα με γρήγορο βήμα ετοιμάσει ολημερίς
μ’ έριχνε σούμπιτο μες τη Δευτέρα
μέρα που δεν έχει τσαγκάρη να καρφώσει τις σόλες της
έγερναν οι ώρες της σαν σε κατάκλιση μαύρο χνούδι
της νύχτας. Ποτέ γιορτή δεν έρχεται .

Στο ίδιο μοτίβο στον ίδιο σκοπό
ακούω τη φωνή σου ψιθύρισμα ψαθόχορτου
δολερό πάτημα κλέφτη .
Τις Κυριακές τα βράδια μελαγχόλησα .

Μουσικοί άνεμοι (η πνοή του κενού )

Συγκατένευσα
έβαλα σε παρένθεση ό,τι έπρεπε να περιμένει
πήρα το δρόμο που έδινε στο ανυπόμονο
βγήκα στην πόλη που είχε χτιστεί ως εγχειρίδιο γεωμετρίας
με δυνατότητα να μπορείς να κατατάξεις τα συναισθήματα
και να λήξει η παρένθεση της αναμονής .
Καθώς έμπαινα στο σπίτι με έμβλημά του
το δυώνυμο του Νεύτωνα
συνάντησα στην πόρτα το Λεβινάς ,
έβγαινε βαστώντας παραμάσχαλα σαν καρπούζι
την Ολότητα και το Άπειρο στη μετάφραση Παπαγιώργη.
Για πότε βρέθηκα στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι
μόνο το λαστιχένιο ρολόι του Νταλί μού το προσδιόριζε,
και το φεγγάρι κομμένο από το τζαμωτό σε κρουασάν.
Έκλεισα τα μάτια βυθίστηκα
στην ανάγνωση της Ερμηνείας των Ονείρων .
Προς τα χαράματα μου ανοίχτηκε μια μυτερή πόρτα
στο θαλασσόβρωτο Κήπο των Νεκρών.
Χρυσές σταγόνες σιωπής αντηχούσαν
μια γόνδολα τραγουδούσε :
Αυτούς που έχει βάλλει στόχο ο θάνατος
συνήθως δεν αδειάζουν να πεθάνουν.
Την άκουγες άραγε Φρειδερίκο;

Ο πένθιμος ήχος μορφώνει το συναίσθημα γιατί ηχεί μέσα, στις εσοχές .
Αιώνες ζήσαμε πριν αιώνες αναμένουν και είναι τρομερό να υπάρχεις στο mal de vivre αβάσταχτος κόσμος με την ηλικία του απείρου και μια ζωή δε με χωράει. Κόσμε στα ζάρια δεν παίζεσαι μα στο καζίνο, αυτό το σπίτι της τύχης.

Το μπαλάκι στον τοίχο

Η απαλλαγή από την ανησυχία να είσαι κάποιος
σε μια στιγμή που είσαι απλά
όπως όταν επιθυμείς ένα ποτήρι νερό
σ’αυτή την ακεραιότητα το άδειο ποτήρι
δίνει το μέτρο της προφάνειας
(σαν ένα δοχείο που έπρεπε να γεμίσει η επιθυμία )
ό,τι φαίνεται δεν είναι χρυσός ας είναι και ράβδος χρυσού
δεν είναι πιο βαριά από ένα χρυσό σύννεφο .

Δεν περιπλανιέται η ποίηση, γίνεται και ο ποιητής ανωκάτω μέσα στους στίχους, που είναι αξεδιάλυτα ένα τους. Ό,τι ανοίγεται, μέσα τους, τον περιλαμβάνει. Οι επικίνδυνα μεγάλοι ποιητές δεν σε παρασέρνουν μέσα στο έργο μόνο, σιγά σιγά σε εμβολιάζουν και γίνεσαι μέρος του κειμένου ,και προωθητής. Έτσι εξηγούνται τα προσωνύμια ελιοτικός παουντικός πεσσοΐκός. Είναι ένα σχέδιο γραφής ,της γραφής. Είναι ένα κείμενο όπου το χέρι που το καταγράφει δεν είναι απλά καταγραφέας. Μέσα στο σχέδιο γραφή οι ήρωες είναι κάτι περισσότερο απ’ ό,τι λέει η λέξη, καταργούν τον κλασσικό συγγραφέα και παίρνουν τη θέση του. Το βιβλίο είναι η ανοιχτή φυλακή τους, μιά πραγματική φυλακή είναι πέρα από τις δικαιοδοσίες του νομιναλισμού. Τα σίδερα κινούνται ελεύθερα το ψυχιατρείο του λόγου μπορεί να κάνει την ιστορία της τρέλας αλλά το τρελάδικο δεν έρχεται σε σχέση. Δεν είναι το παράλογο είναι η προετοιμασία του.
Το τίποτα, με την αγράμματη κοψιά του, καταργεί την ετυμολογία του και γίνεται λέξη κωδική. Σημαίνει μόνο ένα πράγμα, το ασήμαντο. Καταργεί τη γλωσσική καταγωγή ,γίνεται γλώσσα, σε αντίθεση με το τίποτε. Κάνοντας το ε, α. Δανειζόμενο μια κατάληξη αργκώ, ή της μαγκικής, αναστρέφει τις σημασίες.
Πρέπει να είσαι του δασκαλίστικου κλίματος για να επιμένεις σε πράγματα που η ομιλούσα γλώσσα τα έχει σαρώσει.
Γλωσσικός διαφωτισμός, είναι ακριβώς, να ακολουθούμε το διάλογο που γίνεται, που κάνει η καθημερινή γλώσσα, στα μήκη και τα πλάτη της ομιλίας της, της πρακτής γλώσσας. Με όλα τα πρακτικά της αλλά κυρίως με εκείνα που γίνονται φωνή. Σε ευθεία αντιστοιχία μπορείς να γράφεις, να μιλάς. Ζητούμενο είναι αυτό που πλάθεται. Όπως νερό τρεχούμενο λειαίνει ,η τρεχούμενη γλώσσα γειώνει τη λέξη, σμιλεύει τη φράση. Κι όλο το νόημα είναι φορτισμένο σ’ αυτό το ποιόν.
Γιατί όν θα πει κουτουλάω στην κορυφή του κόσμου. Η ανησυχία σαν βιβλίο που δεν παίρνει φωτιά αφού όλα έχουν καταλήξε βιβλίο. Και οι στάχτες.
Αφού κυλά ποιό είναι το χτες του, κι αφού από την κορυφή ως τον πάτο από την περιφέρεια ως την καρδιά σήμερα είναι άλλο πράγμα πως μένει στη λέξη πάντα ίδιο, δεν θά’πρεπε να του προσθέτει κάθε μέρα ένα σημαδάκι αλλαγής; Πόσες επιφάνειες έχει;

Η τακτική

Μέσα από το χακί η επιθυμία γιγαντώθηκε
ατσαλωμένη
ο εκπαιδευτής καλυμμένος στη σκιά του πρόστεγου
έδειχνε τόπους στόχους στους χάρτες,
μαζί θεωρία ηθικού και τακτική μαχών.
Ίδρωναν τα πουκάμισα κι ακόμα οι φανέλες
τα τζιτζίκια κρατούσαν το ρυθμό
στη μονοτονία της στρατωνισμένης φωνής.
Ο ήλιος κομμάτιαζε τα χαλίκια
-σκληρό στρώμα για να το συνηθίσεις.
Στραφτάλιζε στον περίβολο στα λευκά,
καθώς ζηλεύαμε μόνον τον τυχερό
θα δυσκολευόταν να καταλάβει τη θέση μας,
κομμάτιαζε την ψυχή μας.

Ο χρόνος διασχίζει το υπάρχον, αλλά τίποτε από όσα παίρνει μαζί του δεν έχουν σχέση με ό,τι υπήρξαν, τα μεταβάλλει διαρκώς, το βιωθέν είναι ανέφικτο.
Μέχρι που ο Φ. Πεσσόα έγινε ο θαλασσοπόρος της ποίησης στα νέφη του Μαγγελάνου «Χαμάδες»

Η ηλικία της θάλασσας
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι το μελάνι το παίρνει από το μελανοδοχείο, στην πραγματικότητα έχει ανοίξει τις φλέβες του. Τρεμοσβήνει μπροστά στα μάτια μου η εικόνα της πραγματικότητας. Σκυμμένος πάνω απ τη γέφυρα περιμένω να περάσει …ποιός είναι αυτός ο γνωστός που περνά;

Η κυριολεξία του κόσμου δεν αρκεί χρειάζεται και τη μεταφορά του ,όπως κάθε σώμα που αποζητά την πνοή του ,την ψυχή του. Το σύμπαν είναι ένα κελί χωρίς όρια, η φυλακή που ορίστηκε να φυλάει τον άνθρωπο στην άγνοιά του. Σε κάθε σκοτεινό γύρισμα του κόσμου ο άνθρωπος βουτάει στην ανυπαρξία του για να ξαναβρεί το νόημά του. Το πεπρωμένο μας είναι να γίνουμε παρελθόν. Από τον εαυτό σου ζήτα τα όλα. Όταν σου δίνουν εφτά πάρε οχτώ. Από τους φίλους σου θα κριθείς. -Έκανε τη μπουκάλα μελανοδοχείο.
Ζύμη ζωής
Το ταξίδι έχει συντελεστεί, Τα όνειρα δείχνουν τι μπορεί να είναι η φαντασία. Αν το όνειρο παίρνει δανεικά από την πραγματικότητα, η φαντασία παίρνει απ’ το όνειρο. Χείλη του μυστηρίου, το χαμόγελο των ωρών. Μειδίαμα που είναι η αμηχανία των αθανάτων. Γούβες γεμάτες λουλάκι κάτασπρα σπίτια οι στέγες σαν παπαρούνες οι καμινάδες ασίκηδες που φουμάρουν σέρτικα τσιγάρα. Κοίταζε την ψυχή του. Είχε αυτή την συγγένεια με το χάροντα την ενδιέφεραν οι ψυχές των ανθρώπων. Έγινε χάρος του εαυτού της με ένα πήδημα από το κιγκλίδωμα στο κενό.
Έχω να σου πω φεγγάρι
σπιτάκια πλεούμενα μαύρα. Στοιχειοθετώ τη θέληση που μια γλώσσα μπορεί με τον ανάλογο της τρόπο να θέλει να μπει στον τραχύ δρόμο προς το άρρητο, το δύσκολα να κατακτηθεί βήμα όπως

ο δρόμος του σολωμού.
-μες στο γρανίτη το απολιθωμένο ψάρι
κολυμπάει τους γεωλογικούς αιώνες
σαρώνοντας όλα τα δίχτυα
και σαν να ξέφυγε από το τηγάνι
της καλόγριας του Μπαλουκλί
η σαγήνη του τραγούδι τραχύ
Με μια κλωστή από τον καθένα φτιάχνοντας τη γούνα σου
σαν ομοιοκαταληξία
με το θάνατο αυτό
αρχινά

λιτός μέσα στον πλούτο του
ο βίος
κι η πολιτεία του
μεστή

Γιατί κι ο θάνατος παίρνει τη δυσκολία μέσα του
μαζί με τη ζωή που αφαιρει.Το μνήμα γίνεται σχήμα
ανθρώπου.

Αλλά εκεί μέσα στο μέγα τάφο,ακολουθεί το ποίημα
με το αξιωμένο της ζωής το ίδρωμα της πλάκας να χαράζει
γιατί στον τάφο μια περίσσεια λάμπει.Ό,τι έπεσε
υψώνεται.Με τα κτερίσματα και το ιερό δένεται το χώμα
την άφθορη ύπαρξη που από το μνήμα εξέχει.
(στα 49 σκαλιά
κευθμών
πεντόλιρα κουδουνίζουν μνήμη
μνημείο υψώνουν
κι η δόξα
δεν είναι μονάχη)
μνήμη της περιπέτειας μέσα μας, αινιγματικά λόγια,
κι όσα δεν έχουν θάλασσα
κι όσα παφλάζει στα κοχύλια τους μέγας ωκεανός
του πελάου οι φωνές ηχούν στο άδειο στόμα τους
θαλασσοπούλια ψηλά μιλούν τον αφρό που το κύμα
δίνει λευκό τραγουδώντας στα βράχια, τις γοερές σπηλιές.
—–

οντολογικός πειρασμός,
(παραφρόνησα)
Είδα τον Αριστοτέλη εύθυμο να περνά
βάδισε πρώτα τα Φυσικά,ύστερα ώς πέρα
διάβηκε,κι ύστερα διέσχισε απτόητος τα Μεταφυσικά
τρυπώντας τις φυλλωσιές της ύλης,
του ήλιου τα ύπατα και χάθηκε μες στην ψυχή των όντων.

Καιγόταν τα νερά βαθιά στο ηλιοβασίλεμα
στο υπόχαλκο σούρουπο αριστεία, άνδρα ευδαίμονα.
Καιγόταν βαθιά τα νερά.

Νάματα του ελληνικού οι μορφές που τα ενσαρκώνουν
είναι ομορφιάς παράφρονης, έχουν κράση
ορμητική, όταν δειπνούν η κούπα χρυσολάμπει.
Το άρμα τους άγριοι πάνθηρες ορίζουν.
(Οι μαθητές τους σε νηφάλια μέθη,
αδρή χαράσσουν διαδρομή.
Στο ξετύλιγμα των χρόνων κεραύνια φεγγοβολή).

Ρημοκλήσια
Κουρμπάνι, οι κοπέλες στα μαύρα ,
λελέκια κροταλίζουν με τα πολυβόλα
η κραυγή έβγαινε από το βαθύ βάλτο
εκεί που έσμιγαν με πάταγο τα νερά
καθώς αναβράζαν τα βαρκά, φλεγόταν οι νερομάνες,
ο βρυχηθμός, ρόχθος της καταβόθρας,
σαν από δαμάλι που το σφάζαν,
έφτανε -ώς τη Σκάλα κι απάνω στη Χιονίστρα αντιβούιζε.

Ξάστραφτε δυτικά κατά το Λιμπόνι ταράζονταν η Χότχοβα
Φέγγει κατά το Αηντονάτ
Φωτοχυσία μετά της Φωτικής τη Μεγάλη Θυσία.”Σαρανταεννιά”
λαμπόβαρκα διασχίζει το βρεγμένο Λάμποβο
δαρμένο στην καταιγίδα του ’43.

Στη Μπούντα αστράφτει στη Σπάτα μπουμπουνίζει
Τα βουνά ρυτιδωμένα κατισχυμένα
στέγνωσε το πετσί τους ιδρώνουν αίμα
από τον πολύ τον πόλεμο
Στη στράτα του ΑηΓιώργη κατευθύνω το βέλος στο χώμα
μοιρολόγια μαυροφόρετα, εγείρονται μορφές,
ο Σταυρός, εκεί που άναψε το ντουφέκι, φανερώθηκε Σύμβολο .
Κάθε αυλακιά στην άβυσσο, ρίχνει κλωνάρια.
Η μουσική της ελευθερίας πυρώνει τους αυλούς.

Τσούπρες
ΤΣΟΥΡΑΠΙΑ πολύχρωμα βαδίζουν στο χιονιά.
Σ’ αυτή τη γωνιά να ξεμαγκώσω τα ζητήματα να τα θέσω μπροστά μόλις βγαλμένα από τον πάγο να τα παρατηρώ πως συνέρχονται όντα απολησμονημένα. Όμως πώς θα φανερωθεί η κεντρική φιγούρα, να έρθει μαζί μου πρόσωπο με πρόσωπο, θα είναι μια μορφή όλο έλλειψη;
Γιατί κι ο θάνατος παίρνει τη δυσκολία μέσα του
μαζί με τη ζωή που αφαιρεί. Το μνήμα γίνεται σχήμα
ανθρώπου.

Αλλά εκεί μέσα στο μέγα τάφο, ακολουθεί το ποίημα
με το αξιωμένο της ζωής το ίδρωμα της πλάκας να χαράζει
γιατί στον τάφο μια περίσσεια λάμπει. Ό,τι έπεσε
υψώνεται. Με τα κτερίσματα και το ιερό δένεται το χώμα
την άφθορη ύπαρξη που από το μνήμα εξέχει.

Της κοινωνίας δυό όχθες κι ανάμεσα αίματα εμφύλια .Το φιλί που ανταλλάξαμε φονικό.
———

Απόσυρση

Με την Περαπαναγιά ασβεστώσαν το αίμα μας
και πια δεν ανασαίνουμε πίστη
ό,τι πιο λεπτό είχαμε υψώσει της παναχράντου
ό,τι πιο λαχταριστό στα σπλάχνα του ωραίου.
Οι ψηφιδογραφήσεις περιμένουν τον μαρμαρωμένο
να ξαναστηθούν στη θέση τους άχραντοι
Κι ώ Παναγιά του αχωρήτου ξάστραμμα
………
πίσω από την καπνιά του χρόνου
φτιαγμένος τα χρόνια τα βυζαντινά
ο Διάδοχος Φωτικής κρατά στα χέρια του
τα Γνωστικά του κεφάλαια που είναι
όσα τα ψηφιά στη μαυρισμένη του εικόνα.

*Να κόβετε τα τριαντάφυλλα πριν μαραθούν, παραγγέλνουνε τα κορίτσια της Παραμυθιάς. Να κόπηκαν εκείνα άραγε, πριν μαραθούν τα κρίνα της ζωής;
**Το αίμα προφήτεψε ο ΠατροΚοσμάς θα φτάκει ως το κότσι δαμαλιού χρονίτικου.
Και φώναζε το κλαψοπούλι κι αντίχαε η ρεματιά κι αντιλαλούσαν τα στενά.
Στο μεταξύ η γραμμή των παθών είχε υποχωρήσει πολύ κάτω από τα ένστικτα.