Το φιλί κυλάει πάνω στο σώμα της όπως το σ’ αγαπώ και το χνούδι το πολλαπλασιάζει
Πού θα βρεί τόπο η μέρα να χωρέσει τις καμπύλες της
να γευματίσουν το φιλί
όμορφη γυναίκα με τα σκοτεινά μαλλιά
στα αναρίθμητα σγουρά γαλάζια της μεγάλης πράσινης κύματα, λικνίζεται αυτάρεσκα η απεραντοσύνη.
Όσο πιο πικρό το κύμα τόσο πιο γλυκό το φιλί .
Τι δε θα’ δινε να τη συναντήσει στου έρωτα της τα ανάκτορα
Το τικ τακ της καρδιάς τον έσπρωχνε να καβαλικέψει να γίνει ο ρυθμός ενός καλπασμού που φέρνει γρήγορα στην αγκαλιά της
αγάπη είναι αυτή η ατέλειωτη αγκαλιά που ξεπερνά το χρόνο και τις αποστάσεις η επανάληψη είναι στήριξη
όταν κυλάει βαθιά η αγάπη ,φανερώνεται άθελητα
Εκείνη δεν το ξέρει, αλλά αυτός την αγαπά. Κάθε του ποίημα σαν αυγό στη φωλιά , γαλάζιο όπως του κοκκινολαίμη στο κόκκινο στις ρεματιές (όπου την φύλαγε χωρίς εκείνη να το ξέρει).Φόραγε πράσινο με μαύρο, κι ήταν ο έρωτας η αγάπη, στα μάτια της το φως γινόταν γόνιμο το ψιθύριζαν τα χείλη της μ’ ένα ρυθμό αγαπητικό.
Τώρα τα ποιήματά του την περιέχουν, εκείνη τους δίνει όγκο παρουσία , την αποζητούν όπως τα χείλη της προφέρουν τ’ όνομά του. Εκείνη το κόκκινο κρυφή αγάπη.
Μια ταραχή στη φλέβα στο αίμα στο μυαλό που καίει,
δαγκώνει στα χείλη της βατόμουρα ματωμένα.
Η κρίση του υπαρξιακού όταν το μολύβι ξύνει τον ασβέστη, πιάσε το χρόνο, πιάσε το νερό, πιάσε το μήλο πιάσε το φιλί του σαν κόκκινο μήλο .
Γεύεται τα μαύρα της μάτια τα κόκκινα χείλη, το φλογερό της στόμα
σώμα αγαπημένο σώμα και δεν έχει απάντηση ψιθυριστά η αγάπη του έρχεται την ακούει σιγανή βροχή του τραγουδά βαθιά.
Είναι χελιδόνα του και φεγγίτης του, κι όλα μαζί τα χελιδόνια και οι φωλιές τους, ένα μπουκέτο πράσινα φύλλα ,μπορεί και κόκκινα, ακόμα και ροζ,, που κελαηδάει, μελωδία ωδός πρός εκείνη, μέλαν ύδωρ του φιλιού τους
έστεκε η μέρα ακίνητη πάνω απ’ τα νερά των ερωτευμένων τους στροβίλιζε γαλάζια θύελλα
»κάθε του ποίημα σαν αυγό στη φωλιά του, γαλάζιο όπως του κοκκινολαίμη στο κόκκινο στις ρεματιές (όπου την φύλαγε χωρίς να το ξέρει) φόραγε πράσινο με μαύρο, κι ήταν ο έρωτας του η αγάπη του. Στα μάτια της το φως γινόταν γόνιμο το ψιθύριζαν τα χείλη της μ’ ένα ρυθμό αγαπητικό. Τώρα τα ποιήματά του την περιέχουν τους δίνει όγκο παρουσία ,την αποζητούν όπως τα χείλη της προφέρουν τ’ όνομά του. Εκείνη το κόκκινο κρυφή αγάπη. Μια ταραχή στη φλέβα στο αίμα στο μυαλό που καίει.» ‘Ολα είναι εδώ κι εμείς και οι λέξεις κι ο χρόνος που με διακριτικότητα μας προσέχει. Είσαι η αδυναμία μου. Αυτό είναι και η δύναμή σου.»
Πυρπολημένα σύννεφα, μόνο για τα μάτια της και πάνε, πώς καίνε!
μέσα στο στόμα της ακούγεται το σ’ αγαπώ κάτω απ’ το φιλί τους ,
τον έκλεισε μέσα της ωραία τον φλόγιζε η πλάτη της ωραία
καιγόταν τα χείλη του στο ερωτικό της δέρμα, μέσα της ένιωθε την έρπουσα φλόγα
στο σώμα της η ανάσα του, φιλά τη θάλασσα που κρύβει μέσα της
το κορμί της λιβάδι ανάβει τις παπαρούνες και τον καίει
αν φυσήξει θα καεί θα πυρποληθεί θα τυλιχτεί στις φλόγες στα φλογισμένα κύματά της, θα ξαναβρεθεί μαζί στη λαχτάρα της.
Στη φούρια της αγάπης με το φιλί της τον ξαναφτιάχνει
*
έχει έναν τρόπο που και άφωνη μένει και να του πει πολλά θα’ θελε
Κάτι επιμένει δικό τους
κάτι πολύ που τους ξεπερνά τους ορίζει
πόσο της λείπει δε λέγεται αχ τίποτε πιο δύσκολο απ’ το να της λείπει να της ανοίγει την αγκαλιά στα φιλιά του