Με φως υφαίνει από μέσα αίτημα βαθύ, ανάσα από κενά που μας στοιχειώνουν, βήμα προς ανοιξιάτικη μέρα : όν πονόν.
Ψυχολογώντας τα βαθιά με σοφία και ενσύνειδη μνήμη : πένθος είναι η ενσωμάτωση του νεκρού πάνω μας να γίνει ένα μας αίμα μας
Συμφιλείν έφυν, γεννήθηκα για να πονώ, καημός ελληνικός από την Αντιγόνη του «έρως ανίκατε» , κι ο πόνος είναι γέννα μες στη φωνή τυλιγμένος τραγούδι, εντάφιο γεγονός στη σάρκα του μας υπάρχει
Η κατά Ιωάννη Ν. Κυριαζή παραφορά
στοχαστική ποιητική αρχιτεκτονημένη σύνθεση με ευρηματικές εικόνες ηδυσμένο λόγο, στάσιμα αναστάσιμα ενσάρκωση πάθους όπως κάθε πένθος είναι ενσωμάτωση, ένα με τις απώλειες, η ερωμένη θάβεται στου εραστή το σώμα
Τρίκλιτη βασιλική με πρόναο κυρίως ναό ιερό χαρακτηριστικής ομορφιάς και ωραιότητας ενθέσεις ρυθμών , ζωντανοί σπόνδυλοι σε ποίηση πεζό εγκώμιο
Εκφραστική όπου ανασαίνουν δυνατά νοήματα αναστάσιμα, εόρτιες μεταγγίσεις πάθους ,εγγύτητα σε παραφορά ερωτικής που είναι θρήνος απωλεσθέντος έρωτα
Σύνθεση σε τρεις ενότητες που καθεμιά εισάγεται με δίστιχο 15σύλλαβο με ρίμα, και ακολουθούν τρεις ρυθμοί :πεζό ποίημα εγκώμιο απηχώντας τη μελωδική του επιτάφιου θρήνου
Πένθος υπεροχικής ωραιότητας ξανακερδίζει σε ανώτερη ποιότητα το Πάν
Φρεάτιο χρόνου ,κάθε λακκάκι της γκρεμός, βρύσες φωτοχυσία, επικαιρότητα που ανοίγει μύθο χτίζοντας κερήθρα εναποθέτοντας χρυσό μέλι
Επιτυχής η δόμηση στηρίζει Τέχνη, την ψευδολόγα αυτή μάγισσα που ελαφραίνει την ύπαρξη. Έχουν μια αύρα εκεί στο βάθος οι εικόνες.
Αναχωρητικός στα πράγματα χωρητικός της αγάπης εγκάρδιος στυλωτής νοημάτων σε παραφορά ποιητικός:
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…
Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…
